Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

Το Διαβολικό Προσκοπάκι {μέρος 1o }...

Εκεί γύρω στις αρχές του Ιούλη, στρίμωξε την παρδαλή του κουρελαρία σε ένα σάκο και κίνησε να συναντήσει τις Διακοπές. Να κάνει κι αυτό τα "μπανάκια" του βρε αδερφέ...
Κουρασμένο απ' την ατέρμονη ακινησία, πήδηξε στο βαγόνι του τρένου. Προορισμός η αμμουδερή ραστώνη.

3 μέρες, είπε. 2ο έμεινε.

Ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με τη "φύση". Τα πουλάκια, τα δεντράκια και οι μελισσούλες του χτυπούσαν στα νεύρα. Αυτό που κυκλοφορούσε ωσάν τον Ιάπωνα στους δρόμους της πόλης, με δυο μάτια φωτογραφική μηχανή και το στόμα μισάνοιχτο με το μόνιμο σαλάκι κολλημένο στο πλάι, τώρα έγινε ο εκνευριστικά χαρωπός κατασκηνωτής του δάσους.
Πάνω δέντρα κι άλλα δέντρα... Κάτω χιλιόμετρα παραλίας...
Το μάτι παλάβωσε από τα χρώματα. Η γνώριμη γκρίνια έγινε μια πρωτόγνωρη ηρεμία και ένα ηλίθιο χαμόγελο αντικατέστησε το αιώνια κατσούφικο χειλάκι του. Ανά στιγμές, του γαργαλούσε την πατούσα κάτι σαν ευτυχία..
"Παπάρες", μονολογούσε.
"Οι γαμημένοι οι γίγαντες θα με πείραξαν!", επαναλάμβανε κάθε τρεις και λίγο.

Και οι μέρες περνούσαν ήρεμα στο γαλατικό χωριό της Ηλείας...
Το χαρωπό προσκοπάκι μαγείρευε μακαρονάδες στη φωτιά. Μάζευε ξυλαράκια και κοχύλια και δεν έλεγε να σταματήσει να γελάει. Έγινε κατάμαυρο από τον ήλιο. Δάκρυζε απ' τη χαρά του. Διάβαζε asterix υπό την σκιά των δέντρων. Κυνηγούσε τα μυστηριώδη φτερωτά κατσαρίδια. Τραγούδησε μπροστά στ' άλλα προσκοπάκια το ρεπερτόριο που προετοίμαζε για χρόνια μόνο του μπροστά στον καθρέφτη. Τα πρωινά έτρεχε πίσω απ' τη χνουδωτή Σουρτούκω, που με τη σειρά της έτρεχε πίσω από τον ηλιοκαμμένο πορνόγερο με το μαραμένο πουλί. Στα μαλλία του, τα γεμάτα άμμο και πευκοβελόνες, είχαν μετοικήσει κάθε λογής μαμούδια...

- Νομίζω πως ακούω φωνές από τα αστέρια...!, φώναξε μια νύχτα καθώς είχε ζαρώσει στην υγρή άμμο, κουκουλωμένο ως τ' αυτιά με το κουβερτάκι φλιτς.
- Με έχουν ξεκουφάνει, απάντησε περιπαικτικά το άλλο.
- Αστεροσκοπείο σωστό ρε πούστη μου!, αναφώνησε ενθουσιασμένο εκείνο.

Έπειτα τα αστερόπαιδα έκλεισαν σφιχτά τα μάτια, κούρνιασαν το ένα στην αγκαλιά του άλλου κάτω από το κουβερτάκι και ευχήθηκαν να τους πέσει ο ουρανός στο κεφάλι...

3 σχόλια:

Mpouklas είπε...

Kalo apokalokairo na exoume!

jwtik είπε...

και εκεί που όλα έμοιαζαν μαύρα..που η ζωή είχε χάσει καθε νόημα για εκείνη..κάποιος της χτύπησε τη πόρτα..διστακτικά κινήθηκε για να ανοίξει ενω αναρωτιόταν,"ποιός να ναι και τι να θέλει;"...
η πόρτα άνοιξε..εκείνη πηρε το σακό της και επέτρεψε στον εαυτό της λίγες στιγμές ευτυχίας,αποκομμένες απο αυτό το κόσμο που εχει ξεχάσει πως είναι να χαρίζεις ένα πραγματικό γεμάτο αγάπη βλέμμα στον ουρανό...
καθώς το καλοκαίρι τελειώνει..εκείνη σκέφτεται ότι δεν πρεπει να ξεχάσει να κοιτάει ψηλά..
μην ανησυχεί.. κάποιοι θα της το υπενθυμίζουν..

Ανώνυμος είπε...

αντε ρε προσκοπάκι γράψε την συνέχεια της αστεροιστορίας σου..μην μας έχεις στην αναμονή..κοντεύουμε να παλαβώ-σουμε..