Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

ελληνικό ρίγος

Έξυσε με τα βρώμικα ελληνικά νύχια του την ελληνική του μύτη। Έπειτα, απομάκρυνε βίαια δύο επισφραγίσματα ύπνου απ' τα ελληνικά του μαύρα μάτια। Κατέβασε δύο γενναίες γουλιές απ' τον ελληνικό του καφέ। Άκουσε την ελλημική του κοιλιά να βρυχάται। Έριξε ένα δυνατό ελληνικό ρέψιμο, κατόπιν ένα μακρόσυρτο ελληνικό χασμουρητό। Ετοιμαζόταν για μια τριζάτη ελληνική κλανιά। Μπήκε αιφνιδίως ο διοικητής। Η τριζάτη ελληνική έμεινε στο μεταίχμιο। Την εγκλώβισε αδέξια। Σηκώθηκε μηχανικά να χαιρετίσει। Απ΄το τρανζίστορ ακουγόταν το Σιγανοψιχάλισμα। Είχε πάλι σκοπιά, ελληνική। Ακόμη δυό ώρες ελληνικής περισυλλογής। Κατευθύνθηκε προς το φυλάκιο, σέρνοντας τα ελληνικά άρβυλα και ανάβοντας ένα ελληνικό τσιγάρο। Τοποθέτησε την ελληνική του φανέλα μέσα απ' το -τουλάχιστον τρία νουμέρα μεγαλύτερο- παντελόνι του। Ακόμη δύο ώρες। Κάθισε στην καρέκλα, ατενίζοντας το ελληνικό μακρύκανο όπλο του। Έμεινε ακίνητος για λίγα λεπτά। Μετά έριξε μια ελληνική ροχάλα που σχημάτισε ρυάκι στο σιχαμένο δάπεδο, που είχε ποδοπατηθεί από χιλιάδες ράθυμα ελληνικά άρβυλα ελλήνων φαντάρων, εδώ στα τιμημένα ελληνικά σύνορα του ελληνικού έβρου।
Ανακάθισε. Μια ελληνική μύγα βούιζε παραπλεύρως ρου περήφανου ελληνικού αυτιού του. Τη χτύπησε με μια ελληνκή εφημερίδα. Εκείνη χαροπάλεψε για λίγο και τελικά αποδέχτηκε στωικά τη μοίρα της. Πέρασαν λίγα λεπτά ακόμη. Το ελληνικό του σώβρακο, του πίεζε τα ελληνικά του αρχίδια. Είχε ελληνικές καύλες. Τόσο καιρό επιθυμούσε να τραβήξει μια μεγαλόπρεπη ελληνική μαλακία. Πάντα βρισκόταν ένας ελληνας μαλάκας να τον διακόψει. Έπιασε να μουρμουρίζει έναν ελληνικό σκοπό :

Ωρέ, παιδιά της Σαμαρίνας...

Έξω από δω μιλούσε πολύ. Θα μπορούσαμε να πούμε πως διέθετε κάποιο ελληνικό χιούμορ. Εδώ και λίγους μήνες δε μιλά. Συνεννοείται με ελληνικούς λαρρυγγισμούς. Ούτε λόγος να συντάξει μια ολόκληρη ελληνική πρόταση. Πέρασαν κι άλλα λεπτά. Το ελληνικό του κινητό είχε για μέρες βουβαθεί. Μόνο η ελληνίδα μάνα τηλεφωνούσε. Άνοιξε να διαβάσει το ελληνικό του βιβλίο, Η Ασκητική. Δεν καταλάβαινε και πολλά, μα είχε όλο το χρόνου του κόσμου για να σκεφτεί ό,τι διάβαζε ξανά και ξανά. Ήταν δώρο της Μαρίας. Με αφιέρωση : δεν είμαστε εμείς γι' αυτά. Οπότε την κάνω σιγά σιγά. Τα ξαναλέμε -μάλλον- σε καμιά δεκαριά μήνες. Ελληνικά φιλιά. Έτσι έμεινε μια ορφανή κουκίδα στο χάρτη των ελληνικών αξόδευτων σχέσεων. Είχε περάσει μια ελληνική ώρα. Ήταν άδειος. Ένα αμπέχωνο φάντασμα. Ελαφρύς. Πιο ελαφρύς. Ο πιο ελαφρύς. Δεν μπορούσε να νιώσει τίποτα. Ούτε καν ελληνική βαρεμάρα Μια εικόνα είχε κολλήσει στο μυαλό του. Να ξαπλώσει στα γρασίδια του πάρκου της ελληνικής του γειτονιάς και ο Έλληνας, το μπασταρδόσκυλο της αδελφής του να ρουθουνίζει στο αυτί του.

Ωρέ, παιδιά της Σαμαρίνας,
τραγούδια να μην πείτε,
τουφέκια να μη ρίξετε.

Έριξε ένα ελληνικό τέντωμα. Έσκυψε στο ντουλάπι κάτω απ' το παράθυρο. Είχε πιάσει ελληνική σκόνη. Ένας ελληνκός αρουραίος κειτόταν νεκρός 'κει μέσα. Πίσω από το πτώμα είχε κρύψει ένα ελληνικό υγροσαπούνι χεριών. Ο ελληνικός αρουραίος είχε πιάσει να σαπίζει, η μυρωδιά του ερέθιζε το ελληνικό ρουθούνι. Έκλεισε το ντουλάπι. Περιεργάστηκε το υγροσαπούνι.Έβγαλε το ελληνικό στρατιωτικό του πανωφόρι.

Κι αν σας ρωτήσει η μάνα μου,
η δόλια, η αδελφή μου...



Έβγαλε την πολυκαιρισμένη του φανέλα, απιθώνοντάς τη στην καρέκλα. Άνοιξε το μπουκάλι με το υγροσαπούνι. Χάιδεψε το ελληνικό δασύτριχο στήθος του. Έριξε κάμποσο υγροσαπούνι στην πελώρια ελληνική φουχτίτσα του, στην αριστερή, για την ακρίβεια του πράγματος. Άπλωσε το υγροσαπούνι κατά μήκος του δεξιού του χεριού. Έκανε ελληνικό κρύο. Τουρτούρισε. Κι άλλα πολλά λεπτά και δευτερόλεπτα πέρασαν. Μισάνοιξε την πόρτα. Έχωσε το χέρι του στη σχισμή. Τράβηξε την ελληνική φανέλα απ' την καρέκλα. Την έβαλε στο στόμα του, δαγκώνοντάς την δυνατά με τα κιτρινισμένα ελληνικά του δόντια.

Κι αν σας ρωτήσει η μάνα μου,
η δόλια, η αδελφή μου...


Με το αριστερό του χέρι, άνοιξε την πόρτα. Έπειτα την κλώτσησε με ελληνική μανία πάνω στο γυμνό του χέρι, που καρτερούσε στο άνοιγμά της. Ένα ελληνικό ρίγος τον διαπέρασε. Οι σακούλες των ματιών του γέμισαν ελληνικά δάκρυα. Το ελληνικό χέρι έσπασε.

Κι αν σας ρωτήσει η μάνα μου,
η δόλια, η αδελφή μου,
πείτε τους πως με λάβωσαν.

Ένας μήνας ελληνική αναρρωτική άδεια.


Δεν υπάρχουν σχόλια: