Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

My Daddy Rocks Me

Ο Πέρσιβαλ Ντόναχιου συνέθλιψε μια αλογόμυγα μες στη ροζιασμένη αριστερή του παλάμη. Ατένιζε τις τελευταίες ώρες τον συννεφιασμένο ουρανό του Νόξβιλ.

Το πάει για βροχή, σκέφτηκε, καθώς κλώτσησε με την μπότα του ένα μπουκάλι μπύρας. Ξεκίνησε να μουρμουρίζει κάτω απ’ το παχύ του μουστάκι έναν παλιό σκοπό που του ‘χε μάθει η γριά 'Ηντιθ Μέυφιλντ, όταν στα 10 του, της ξεχορτάριαζε τον κήπο. Η γριά μέγαιρα τίναξε τα πέταλα μες στο χαμόσπιτό της μερικούς Οχτώβρηδες πριν. Κανείς δε νοιάστηκε για δαύτηνε. Κει στα μέρη του οι άνθρωποι είναι σκληροί και άξεστοι. Κείνος δεν είχε φύγει ποτέ απ’ το Τενεσί. Εκτός κι αν πιάνεται η φορά που πήγαν οικογενειακώς ένα καλοκαίρι να επισκεφτούν τον θείο Μόρτιμερ στο Κεντάκι.

Σαράντα συναπτά χρόνια λοιπόν δεν είχε ξεμυτίσει απ’ το Νόξβιλ του Τενεσί. Κει πήγε σχολείο. Κει μάζευε τα καπνά με τον πατέρα του στα χτήματα. Κει έπαιρναν στο κατόπι με τους φίλους του, τους αράπηδες του 'Όουκ Ριντζ. Κει αντίκρισε για πρώτη φορά το γέρο του να γίνεται σκνίπα απ’ το μπέρμπον και να χτυπάει μέχρι τελικής πτώσεως τη μάνα του. Κει έσπασε το δεξί του πόδι σε έναν αγώνα μπέιζμπολ με το Χέντερσονβιλ. Κει στο Τενεσί, φίλησε για πρώτα φορά τη Σου Έλεν Ο’ντόνελ πίσω από το παντοπωλείο του γέρο Μάθιου Χιούστον. Κει, μέσα στην παλιά Μπέντλευ του γέρου του, στρίμωξε για πρώτη φορά τη Χάριετ Νέλσον, γλείφοντας λαίμαργα το νεανικό της μουνάκι. Κει τράβηξε για πρώτη φορά μαλακία, παρακολουθώντας απ’ την κλειδαρότρυπα την αδελφή του, Μπέθανι Ντόναχιου, να λούζει τα μακριά της μαλλιά. Κει ξυλοφόρτωσε πρώτη φορά το χαϊβάνι τον Τζο Μόροου, γιατί τον είπε αδελφή μπροστά στην Σάντυ Πήτερσον. Κει έκλεψαν με την παρέα του μπύρες απ’ το μαγαζί του εβραίου Φίλιπ Χόφμαν. Κει στο Τενεσί, άναψε το πρώτο του τσιγάρο, στην πίσω αυλή του σπιτιού του Νόρμαν Φίγκις.

Σήμερα, στα 40 του, ο Πέρσιβαλ Ντόναχιου είναι ανύπαντρος και μόνος. Οι γέροι του Άνταμ Ντόναχιου και Σου Κάρτερ, αναπαύονται εις τόπο χλοερό εδώ και μια δεκαετία. Τ’ αδέλφια του είναι διασκορπισμένα στο Μιζούρι και το Άρκανσω. Κείνος όμως δεν έφυγε ποτέ –με εξαίρεση ίσως ‘κείνο το καλοκαίρι- από ‘κει, απ’ το Νόξβιλ του Τενεσί.

Ατένιζε λοιπόν τις αποχρώσεις του ουρανού την ώρα που ήλιος βρισκόταν στη δύση του και ο καιρός το πήγαινε στα σίγουρα για βροχή. Καθόταν στην μπροστινή βεράντα του σπιτιού, στην ξύλινη κουνιστή πολυθρόνα της ‘σχωρεμένης της γριάς του. Έξυσε τ’ αρχίδια του και έπειτα χάιδεψε την αλκοολούχα μπάκα του. Σκέφτηκε πως πάνε βδομάδες ολόκληρες απ’ το τελευταίο του γαμήσι. Τελευταία φορά πήδηξε την πουτάνα της Τζέικομπσον Στρητ, την ξεδοντιάρα την Πόλυ Τζην 'Όρμπισον. Λίγο πριν χύσει της άνοιξε τη μύτη της καργιόλας, γιατί ψιθύρισε μες στ’ αυτί του τελείωνε, έχουμε και δουλειές. Αυτές τις τελευταίες βδομάδες λοιπόν, δεν μπορεί να τον εδώσει στις πουτάνες, γιατί του ‘χει πάρει τα μυαλά μια μικρούλα. Η 10χρονη Μπρίτανι Μαλόουν . Την παρακολουθεί όταν παίζει με τις φίλες της κουτσό στην αυλή του σχολείου και το φόρεμά της σηκώνεται και φαίνεται το τροφαντό της κωλαράκι. Κάθεται πίσω της τις Κυριακές στην εκκλησία του Σέντ Τζον. Μυρίζει τα μεταξένια ξανθά μαλλιά της και χύνει πάνω του, καθώς η λειτουργία φτάνει στο τέλος της. Συνηθίζει να καλύπτει τον λεκέ που σχηματίζεται στον καβάλο του ξεθωριασμένου του παντελονιού με τη δερματόδετη βίβλο που του ‘χε χαρίσει η ξαδέρφη του η Γκλάντις Γουίλσον, κείνο το Σάββατο του Νοέμβρη που την είχε γαμήσει απ’ τον κώλο. Προχτές, λοιπόν, άρπαξε στην Λόμπαρντ Στρητ, την Μπρίτανι Μαλόουν, καθώς κατευθυνόταν προς το σπίτι της μετά το σχολείο. Την στοίβαξε σα σακί στο πορτ-παγκάζ της παλιάς Μπέντλευ του γέρου του. Της έδεσε τα χέρια με σπάγκο στο σιδερένιο κρεβάτι του. Η μικρή ούρλιαζε και έκλαιγε. Ζητούσε απεγνωσμένα τη μάνα της. Της έβγαλε βιαστικά το λευκό της βρακάκι, χώνοντάς το με μια κίνηση στο μικρό της στοματάκι. 'Ήταν φοβερά αναστατωμένος. 'Έχυσε άθελά του καθώς την κοιτούσε να σπαρταράει σαν το ψάρι. 'Έπειτα άναψε ένα τσιγάρο, μουρμουρίζοντας τον προσφιλή του σκοπό. Της σήκωσε το κόκκινο φορεματάκι με τους μαιάνδρους και έχωσε άγαρμπα τον καβλωμένο του πούτσο στο παιδικό της μουνάκι. Μούγκρισε για μερικά λεπτά. 'Ίδρωσε. Φύσηξε και ξεφύσηξε. Έχυσε τρέμοντας σύγκορμος μέσα της. Αποκοιμήθηκε πάνω στην κοιλιά της. Παραμιλούσε και ροχάλιζε ευχαριστημένος. Ή ιστορία τούτη συνεχίστηκε για καμιά πενταριά μέρες. 'Όλο το Νόξβιλ αναζητούσε εναγωνίως την Μπρίτανι. Την έκτη μέρα, ο Πέρσιβαλ Ντόναχιου, χορτασμένος από γαμήσι, στραγγάλισε με τον σπάγκο τη μικρή. Διαμέλισε με το πριόνι το μικροσκοπικό της σώμα και το πέταξε στα γουρούνια της τυφλής σκατόγριας,της 'Έθελ Χάουαρντ, στο διπλανό χτήμα.

Ο Πέρσιβαλ Ντόναχιου κατέβασε διψασμένος το φλασκί με το μπέρμπον. Δε θα έφευγε ποτέ από το Νόξβιλ του Τενεσί, σίγουρα. Κει θα άφηνε τα κόκαλά του, στο λόφο του Χούμπερ, δίπλα στους τάφους των γερο-Ντόναχιου.

Και καθώς σουρούπωνε στο χτήμα των Ντόναχιου, έπιασε να βρέχει. Ένα ρίγος τρικυμιώδους ευχαρίστησης διαπέρασε την ψυχή του Πέρσιβαλ Ντόναχιου.