Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

demystification


Όταν έχυνε του άρεσε να παριστάνει τον Jackson Pollock. Στον τοίχο είχαν σχηματιστεί αφηρημένα σχέδια από τα παχύρευστα χύσια του. Άμα χώρισαν εκείνη κάλυπσε όλη την επιφάνεια του ντουβαριού με ύφασμα και εφημερίδες. Κάθε φορά που το βλέμμα της έπεφτε σ’ αυτόν τον καμβά του όξινου χαλασμού, ευχόταν να είχε προλάβει να κατουρήσει ένα προς ένα τα ιδιωτικά του ντουβάρια.

‘Εκλαπσε πάνω από το νεροχύτη με τ’ άπλυτα πιάτα. Η κομψή κυρία της απέναντι κουζίνας της έγνεπσε συγκαταβατικά. Εκείνη τότε της πέτακσε ένα αβγό που ‘σκασε πάνω στο τζάμι της μπαλκονόπορτας. Έκλαπσε κι άλλο λίγο.

Το διαμέρισμα ήταν κρύο. Χώθηκε κάτω απ’ το εκρού πάπλωμα. Άρπακσε από το συρτάρι το μεταλλικό δονητή. Ήταν κρύος. Με μια ντελικάτη κίνηση τον γλίστρησε μέσα της. Χαμογέλασε. Έπειτα οι μπαταρίες τελείωσαν.

Έβαλαν Μαίρη Λίντα στο κασετόφωνο. Άρχισαν να χορεύουν σα να τους διαπερνούσε ρεύμα. Το παρκέ έτρικσε. Προσπάθησε να τη φιλήσει. Εκείνη του έτρικσε τα δόντια.

Ο μπόμπιρας χώθηκε μες στο ντουλάπι της κουζίνας. Το κόκκινο. Αυτό με τα λάδια και τα τσίπουρα. {Θα βγεις όταν σου πω βγες μικρέ !}. Έπειτα ο μεγάλος αδερφός έφυγε. Πήγε να παίκσει μπάλα με τους φίλους του στην πλατεία.

Καθώς τον έπαιζε στο μπάνιο, η φωνή της Βιτάλη έπαιζε σε λούπα στο κεφάλι του. Δεν έχυσε εκείνο το βράδυ.

Το τελευταίο μισάωρο έγλειφε ένα ωμό κρεμμύδι μπροστά στην τηλεόραση. Έπειτα έπλυνε τα δόντια του με αφρό ξυρίσματος. Αργότερα ξέρασε πάνω στη μπουχάρα της μάνας του.

Η γιαγιά του διαχειριστή έπασχε από οργανικό ψυχοσύνδρομο. Το απόγευμα μιας τετάρτης πέτακσε το ντιβιντί από το παράθυρο. Έπεσε στο κεφάλι του πσιλικαντζή. Έπαθε διάσειση.

Η Άννα έκανε χουλα-χουπ στην ταράτσα. Μπροστά από τον ηλιακό θερμοσίφωνα. Η κίτρινη φούστα της ανέμιζε. Δε φορούσε βρακί. Ο αέρας δρόσιζε το μουνί της. Το δίχως άλλο ήταν μια ικανοποιητική αίσθηση.

Άκουγαν το ζευγάρι του διπλανού διαμερίσματος να γαμιέται. Γουρουνίσια σκουκσίματα έσκιζαν την ατμόσφαιρα. Τότε κρέμασαν τη γαμήλια φωτογραφία της θείας Αιμιλίας στον τοίχο.

Αφού έβγαλε το γιουβετσάκι απ’ το φούρνο. Έβαπσε τα νύχια των ποδιών της. Ήπιε ένα βερμούτ και έπεσε για ύπνο.

Της έκανε αέρα με τη βεραμάν βεντάλια του. Εκείνη του έβγαλε το μουστάκι με το τσιμπιδάκι για τα φρύδια. Μετά πήγαν στο γάμο του Μανόλη.

Τράβηκσε το καζανάκι 3 φορές. Το σκατό παρέμενε κολλημένο στον πάτο της χέστρας. Πήρε τη μεγάλη κουτάλα απ’ το συρτάρι της κουζίνας. Το έβγαλε. Μετά το έρικσε στη μπανιέρα.

{Η ζωή σου είναι μια παρήχηση του –π και του –τ}, της είπε, την ώρα που ρουφούσε τον καφέ της. {Περιπέτεια/ Πατάτες/ Πιπεράτες/ Πατώματα/ Ποταμούς/ Ποταπός/ Πιτυρίδα/ Πυροτεχνήματα/ Παρτίδα/ Πτώματα}.

Καμιά φορά πριν την πάρει ο ύπνος φανταζόταν πως του φορούσε κόκκινη γιρλάντα και τον πετούσε πάνω στο καμένο δέντρο του Συντάγματος. Ύστερα η μπάντα του δήμου έπαιζε [πυξ-λαξ].

Την τελευταία φορά που έκαναν σεξ τους έφτυσε στο στόμα. Προχτές που τους συνάντησε έκσω από τον Κάουφμαν είχε φάει σκορδαλιά.

Τεμάχισε τον σκύλο του σε μικρά κομματάκια. Τον σόταρε με δεντρολίβανο και κόκκινο κρασί. Σέρβιρε στο ριγέ πιάτο που του είχε κάνει δώρο η πιτσαρία της γειτονιάς. Έφαγε μπροστά στην τηλεόραση.

[Νομίζω πως η νοσταλγία μου για σένα μου προκαλεί διάρροια], του είπε. [Νύστακσα], της αποκρίθηκε.

2 σχόλια:

kalamogdartis είπε...

kai ayta...
http://youtu.be/VXRXhRF8ZVY

kamikaze dive είπε...

http://youtu.be/JVr03Mzr4OM