Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

the funeral

Καθώς οδηγούσα τη νεκροφόρα εκείνο το μεσημέρι, σταμάτησα στον κόμβο να κάνω ένα τσιγάρο. Είχα να καπνίσω μερικά εικοσιτετράωρα. Οι πρώτες τζούρες με ζάλισαν και στηρίχτηκα στο καπό για να μην πέσω. Ο θόρυβος των διερχόμενων αμακσιών μου γαργαλούσε τα βρώμικα αυτχιά. Το στομάχι μου ήταν άδειο. Ήμουν άλουστος και η φράντζα μου είχε κολλήσει στο μέτωπό μου. Η δυσκοιλιότητα, μου είχε γαμήσει τα σωθικά. Έπρεπε σε μια ώρα να περάσω από το γραφείο για να παραλάβω το νεκρό. Το αφεντικό είπε πως ήταν ένας σαραντατετράχρονος καθηγητής αεροβικής. Έβαλε λέει, ένα μετανάστη να του κοπανήσει ένα βαράκι στο κεφάλι. Αλλά τελικά, δεν πέθανε από αυτό. Το κεφάλι του δεν έσπασε. Έπαθε όμως καρδιακή προσβολή. Τον βρήκαν στο γυμναστήριο. Φορούσε ένα κολλάν λίκρα μοναχά. Η κηδεία του θα γινόταν σε κλειστό οικογενειακό κύκλο. Καλύτερα για μένα. Δεν άντεχα τις μύκσες του όχλου, τα σάλια και τις υστερικές κραυγές τους. Εγώ και άλλοι τρεις μαλάκες θα κουβαλούσαμε το φέρετρο. Οι άλλοι τρεις ήταν τα τρίδυμα αδέλφια του πτώματος. Έπρεπε να γυαλίσω τα μοκασίνια μου, ήταν μέσα στα χώματα. Σβήνοντας το τσιγάρο μου σκέφτηκα πως ίσως δεν κσαναχέσω ποτέ. Ήμουν πολύ χλωμός. Εδώ που τα λέμε τα χάλια μου είχα. Το μαύρο κοστούμι έπλεε πάνω μου. Φορούσα δύο σώβρακα για να έχω την αίσθηση κώλου. Πήρα πολλά ναρκωτικά τα τελευταία εικοσιτετράωρα. Προχτές σφίχτηκα τόσο πολύ για να χέσω που έσπασαν κάμποσα αγγεία από το αριστερό μου μάτι. Τίποτα. Για γαμήσια ούτε λόγος. Ο πούτσος μου είχε μαραθεί σα γαρδένια μέσα γενάρη. Κάπχοια απογέματα με γαργαλάει λίγο στη θέα της γκόμενας του αφεντικού. Χτες το βράδυ στο νεκροτομείο, και καθώς ήμουν μόνος με τα κατεπσυγμένα, έχωσα στον πολύπαθο κώλο μου μια συσκευασία αποκσηραμένα δαμάσκηνα. Πριν δύο χρόνια είχα χώσει μια συσκευασία από αποκσηραμένα σύκα και είχε κάνει δουλειά. Περίμενα ανάλογα αποτελέσματα, μα στην πραγματικότητα ήμουν βέβαιος πως δε θα γινόταν τίποτα με την περίπτωσή μου. Κσαναμπήκα στη νεκροφόρα. Το ραδιόφωνο έπαιζε μποκομόλετς. Καλή φάση. Καθώς προσπαθούσα να παρκάρω μπροστά στο γραφείο, άνοικσε η μύτη μου. Το λευκό πουκάμισο έγινε πουά. Σκατά. Το αφεντικό θα με διαλόστελνε. Ευτυχώς έλειπε. Φόρτωσαμε με τον Φακλάνα το φέρετρο στο αμάκσι. Έβαλα μπρος για το νεκροταφείο. Στην είσοδο με περίμεναν περίλυποι οι τρίδυμοι. Έκατσα πίσω αριστερά. Άρχισα να ιδρώνω. Ήταν πολύ βαρύς ο καθηγητής αεροβικής. Το γαμημένο το παντελόνι μου έπεφτε. Είχα κσεχάσει να φορέσω ζώνη. Ο δρόμος μέχρι το λάκκο μου φαινόταν ατελείωτος. Η μύτη μου κσανάνοικσε. Κατάπινα αίμα και ιδρώτα. Οι υπόλοιποι βυθιζμένοι στο λίκρα πένθος τους δε μου έδιναν καμιά σημασία. Και κσαφνικά το ένιωσα, κινούταν. Το χοντρό μου έντερο συσπόταν. Τελικά τα δαμάσκηνα έκαναν τη δουλειά τους. Δάκρυα χαράς ανέβηκαν στα πρηζμένα μάτχια μου. Λογικά θα πρέπει να είχα κιτρινίσει γιατί ο διπλανός μου τρίδυμος με ρώτησε αν ήμουν καλά. Του έγνεπσα καταφατικά και πήρα μια βαθχιά ανάσα καθώς ο λάκκος όλο και σίμωνε. Πρέπει να τα καταφέρεις, σκεφτόμουν. Φτάνουμε. Σφιγγόμουν και σφιγγόμουν. Τότε λογικά πρέπει να έσπασαν μερικά αγγεία και απ' το δεκσί μου μάτι. Απείχαμε μερικές δρασκελιές απ΄το λάκκο. Κρατήσου λίγο ακόμη, μονολόγησα. Μα την ένιωθα γιγάντια και λυγερή να γλιστράει εκσωφρενικά γοργά απ' το έντερό μου. Ζαλιζόμουν και κσέσπασα σε λυγμούς. Ποτέ μην εμπιστεύεσαι μια καταπιεζμένη κουράδα μου ΄χε εκσομολογηθεί το ΄86 ο παππούς μου. Κατεβαίνει. Κατεβαίνει. Χέστηκα! Χέστηκα! Ούρλιακσα, τραβώντας απότομα τον οικογενειακό κύκλο από το λίκρα πένθος. Ένιωθα το σώμα μου να αιωρείται. Δεν κσέρω πως βρέθηκε εκείνη η κοτρώνα μπροστά στο μοκασίνι μου. Σκόνταπσα. Ήμαστε δίπλα στο λάκκο. Το φέρετρο αναποδογύρισε. Ο καθηγητής αεροβικής, σα να εκτελούσε ακόμη μιά άσκηση του προγράμματός του, εκτινάχθηκε μέσα στο φρεσκοσκαμμένο λάκκο. Και μείναν όλοι αποσβολωμένοι να κοιτάν το λίκρα κολλάν. Εγώ, πλακωμένος από ένα βουνό σκατά, το οποίο -ευτυχώς- συγκρατούταν από τα δυό μου σώβρακα, εκσακολουθούσα να πσιθυρίζω χέστηκα! χέστηκα! Με αυτόν τον τρόπο καταπολέμησα, αγαπημένοι μου ακροατές, το πρόβλημα της χρόνιας δυκοιλιότητας. Καλό κσημέρωμα. Έβαλε ένα κομμάτι των μποκομόλετς, έφτιακσε τη φράντζα του και βγήκε στο δρόμο. Σταμάτησε το πρώτο ελεύθερο τακσί που βρήκε και γύρισε σπίτι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: