Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Tallahatchie River blues

Ο Τζίμυ Έλντριτζ, θυμάμαι μας είχε καλέσει 'κείνο το καλοκαίρι στο σπίτι του το θερινό, στο χωργιό Γκλεντόρα, δίπλα στο ποτάμι Ταλαχάτση. Γιόρταζε -αν δε με κσεγελά το μνημονικό μου- τη δεκαετή επέτειο γάμου του με τη Φέη Άλμπερτσον. Δεν είχα καμιά όρεκση να κουβαληθώ εκεί χάμω, αφού ήταν γεγονός πως έπασχα από τις καθιερωμένες θερινές μου μαυρίλες. Εντέλει σούρθηκα σα γεωσκώληκας μέχρι την έπαυλη του γαμημένου του Μισσισσίππη κατόπιν σφοδρών πιέσεων που δέχτηκα από τη λουμπίνα τον Πωλ Λόουρι. Νόμιζε η αδερφάρα πως θα με κσεμονάχιαζε δίπλα στο ποταμάκι με την αυγουστιάτικη φεγγαράδα και τα ρέστα. Τον άφηνα να ελπίζει και στο ενδιάμεσο, κάθε φορά που το χεράκι του γλίστραγε στον καβάλο μου γλιστρούσαν ταυτόχρονα και εικοσαδόλαρα στην τσέπη μου -τη μανταριζμένη, όχι την τρύπχια. Πέτυχα εκεί και τη μικρή αδελφή του Έλντριτζ τη Μαρί που απ' την εφηβεία μας δεν είχα πάπσει να τη φαντάζομαι στα τέσσερα την ώρα που άνοιγε διάπλατα το στοματάκι της για να λάβει την όστια. Η καθολική Μαρί με τον ανίερο κώλο το δίχως άλλο θα πρέπει να βρισκόταν στου Έλντριτζ 'κείνο το καλοκαίρι. Και ο μπουχέσας ο Βίννυ Πάρκερ με το χαϊβάνι την κυρά του, τη Βίκυ. Ο χοντρο-Βίννυ δεν έχανε ευκαιρία να χουφτώνει τα νέγρικα δουλικά. Έδειχνε ιδιαίτερη προτίμηση στην Ροζέτα. Εκείνη με την αυθάδεια των δεκαεφτά της χρόνων τον περιφρονούσε στεγνά και αυτό του την έδινε πιότερο του μαλάκα και δεν την άφηνε σε χλωρό κλαρί τη φουκαργιάρα. Κι έπειτα έπρεπε ν' ανεχτώ και την κατσίκα τη Βίκυ, η οποία μιλούσε διαρκώς για το εργοστάσιο υαλικών του γέρου της και έπλεκε μανιωδώς μωρουδιακά η τρελάρα δίχως να 'ναι γκαστρωμένη. Εγώ -όπως θα μπορούσες να μαντέπσεις- βαργιόμουν του θανατά. Η μανταριζμένη μου τσέπη είχε πήκσει στο δολάριο, μα δεν είχα που να τ' αμολήσω. Κι ο τσοπάνης τούτου του κοπαδιού των μουρλών ο Έλντριτζ μου 'πρηζε τ' αρχίδια με τις κωλοεπιχειρήσεις χαρτικών και 'γω χανόμουν στο αχανές βλέμμα της Φέη. Η Φέη. Καθόταν ώρες ολόκληρες στην κουνιστή πολυθρόνα της μπροστινής βεράντας και κοιτούσε πέρα μακρυά. Θαρρείς και το βλέμμα της έπσαχνε στις εκβολές του γαμωπόταμου. Κάπου κάπου δάκρυζε μα σκουπιζόταν αμέσως με τα βεραμάν γαντάκια της. Ποτέ δεν κατάλαβα τι έπσαχνε η αγία Φέη μες στα τρεχούμενα νερά της ζωής της. Εγώ πάντως μέχρι να τα τινάκσω την πρόζμενα. Περίμενα να μου χτυπήσει δειλά την πόρτα του διαμερίζματός μου με τα βεραμάν της τα γαντάκια και να το κσεφουρνίσει επιτέλους Χανκ σ' αγαπώ μέχρι το τέλος του κόζμου μου. Αντ' αυτού μια ζωή μου χτυπούσαν την πόρτα κάτι τυχάρπαστες μπεκρούδες με κιτρινιάρικα γάντια που κσεφούρνιζαν αρλούμπες, ώσπου κάποτε με 'στείλαν στο τρελάδικο. Μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Το λοιπόν, στο θέρετρο του Έλντριτζ κσεκαλοκαίριαζε μαζί μας και ο Ρόυ Ο' Ρουρκ ο δεύτερος. Ένας ματσωμένος φίλος του Έλντριτζ που το 'παιζε αγιογράφος. Ολημερίς την έβγαζε μπροστά στο καβαλέτο του με την Μαρί από δίπλα του να σταυροκοπχιέται καθώς της έτρεχαν καθολικά σάλια για την πάρτη του. Όσο για μένα, έλιωνα από έρωτα για τη Φέη και απ' τη βαρεμάρα μου. Βολόδερνα στην έπαυλη μονάχος. Την έβρισκα να πούμε να κατασκοπεύω τους άλλους "τρόφιμους" της Γκλεντόρα, ένας μανιώδης πραχτοράκος της μονακσιάς. Ένα πρωινό καθώς περνούσα μπροστά από το δωμάτιο του Ο' Ρουρκ του δεύτερου άκουσα πνιχτές κραυγές. Ήμουν σίγουρος πως κουτούπωνε τη χαμούρα την Μαρί, αντ' αυτού τον είδα απ' τη σχιζμή της πόρτας να μαλακίζεται. Ο τύπος έχυσε μέσα σ' ένα γυάλινο μπουκαλάκι σπιτικής μαρμελάδας φωνάζοντας αμην-αμην. Η ιστορία τούτη εκτυλισσόταν κάθε πρωί. Το δωμάτιό του είχε γεμίσει γυάλινα χυσομπούκαλα. Το πράμα απέχτησε ενδιαφέρον όταν κατάλαβα τη χρησιμότητά τους. Ο "προικιζμένος" αγιογράφος άδειαζε τα μπουκαλάκια στα εικονίζματα. Ο μικρός χριστούλης, τον οποίο ασπαζόταν καθημερινώς η Μαρί ήταν τίγκα στα φλόκια κι η παρθένος Μαρία έσταζε σπερματικά δάκρυα. Κσαφνικά άρχισα να συμπαθώ τον τρελάρα τον Ο' Ρουρκ. Μου 'σπασε την ανία ο τύπος, βαζοντάς με σε μυστήριες σκέπσεις. Ένα βράδυ προς το τέλος τ' Αυγούστου μπούκαρα στο άδειο δωμάτιό του και φέρμαρα δυο τρία μπουκαλάκια. Έπειτα έτρεκσα στην κουζίνα και κρύφτηκα στο αποθηκάκι με τα τρόφιμα, παραμονεύοντας. Όταν έμεινα μόνος με το δείπνο, του 'στακσα ένα δυο μπουκαλάκια από το μαγικό ζωμό. Οι γλυκοπατάτες και το αρνάκι έμοιαζαν αγιογραφία σωστή μες στα χύσια του Ο' Ρουρκ. Αίφνης μπούκαρε στην κουζίνα η Ροζέτα τσαντιζμένη και τσιμπολόγησε μια γενναία χαπσιά γλυκοπατάτες πριν τις σερβίρει στους λευκούς μαλάκες. Όσα συνέβησαν παρακάτω τάρακσαν τα νερά του Ταλαχάτση. Καθίσαμε όλοι οι παλιόφιλοι στο οβαλ τραπέζι της σάλας. Η τσαντιζμένη νέγρα σέρβιρε το δείπνο. Οι συνδαιτημόνες μου έπεσαν με τα μούτρα στη μάσα. Η Φέη δεν έτρωγε, παραμόνο έφτιαχνε μπαλάκια από πσωμί και τα σκορπούσε στο πουά φόρεμά της. Οι άλλοι πέτακσαν τα μπακιρένια πηρούνια τους απότομα κι άρχισαν να φτύνουν ο ένας τον άλλον στη μούρη. Ο Έλντριτζ έκσυνε το κεφάλι του μ' ένα μαχαίρι ώσπου το μάτωσε. Και ένα γέλιο κολαζμένο βγήκε σα βρυχηθμός από τα στόματα των υπολοίπων. Τότε η Ροζέτα μ' ένα σάλτο ανέβηκε στο οβαλ τραπέζι. Παραμέρισε τα φαγιά. Κσάπλωσε και κσεβρακώθηκε. Έχωσε τα χοντρά της δάχτυλα στο μουνί της. Μαλακιζόταν νωχελικά, βυθιζμένη σε μια χαώδη απόλαυση. Και τα χύσια αυτής έβαφαν λευκό το μαύρο μουνί. Το γέλιο των άλλων κόπηκε βίαια κι ένα πέπλο λαγνείας κάθισε στα κεφάλια μας. Η Ροζέτα τότε ανακάθισε τεμπέλικα, χώνοντας απότομα τα μουσκεμένα δάχτυλά της στο μισάνοιχτο στόμα του χοντρο-Βίννυ. Ρούφα τα λευκέ καργιόλη, ρούφα τα! Και καθώς ο Βίννυ ρουφούσε και κατάπινε, κατάπινε και ρουφούσε, η Βίκυ άρπακσε το ασημένιο κηροπήγιο που βρήκε μπροστά της και το κατέβασε στο κεφάλι του, στο κεφάλι του Βίννυ. Στο κεφάλι του χοντρο-Βίννυ. Η γκλάβα του Βίννυ Πάρκερ άνοικσε στα δυό. Και η βαρεμάρα μου βάφτηκε με αίμα, όπως και το τουϊντ σακάκι που 'χα κονομήσει απ' την πούστρα τον Λόουρι. Η Φέη χαμογέλασε αχνά και αποσύρθηκε στη βεράντα. Έτσι έληκσε 'κεινο το καλοκαίρι στον ποταμό Ταλαχάτση. Ας είναι καλά το φιλαράκι ο Ο' Ρουρκ ο δεύτερος.

 η Ροζέτα, μερικά χρόνια αργότερα.

2 σχόλια:

elias είπε...

νακαχαρα σε βρησκω υπέροχι/
ομως/
πρεπη να τσεκαρης τιν ορθογραφια σου/
το λευκος να γραφης λεφκος/
το μαυρος να γραφης μαβρος/
κλπκλπκλπ
αφτα τα μαθεναμε στο δημοτικο/
σινεχυσε/
ιμε κοντα σου/

Ανώνυμος είπε...

ζήτω η αυτοαναφορικότητα
ζήτω η ανασφάλεια
ζήτω η αναρχία
ζήτω η μονοχρωμία
ζήτω η δυστυχία
φτου κακά στην αγαμία(του σώματος φυσικά)!

αυτά ήταν τα λόγια που μου εμπιστεύθηκε μια παρθένα καλόγρια απ' το τιμπουκτού λίγο πριν ξεψυχήσει κι είπα να τα μοιραστώ.
βοήθεια μας

η καραμπίνα της ροζέτας