Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

σκοτώνουν τα μουνιά όταν γεράσουν;

Όταν τον φώνακσε να κάτσει δίπλα του σε κείνο το βαρύ έπιπλο, που αργότερα κάπχοιοι θ' αποκαλούσαν νεκροκρέββατο, δεν πήγε. Εκείνος δεν πήγε. Δεν πήγε. Όχι, όχι. Δεν πήγε εκείνος. Και τι θα μπορούσαν να πούνε πχια οι δυό τους.. Τα θέματα της κουβέντας είχαν κσεθυμάνει πριν είκοσι χρόνια, μαζί με την πορτοκαλάδαμπλε που έπινε εκείνος κάθε σάββατο στη βυζαντινή γωνιά. Κι η ομάδα δεν υπάρχει πχια, όπως το αίμα ανάμεσά τους. Και τα πρόσωπά τους γέρασαν ένα απόγεμα μες στο μικρό κουρσάκι. Καθώς πλησίαζαν τον κηφισό. Αν πήγαινε εκείνος να κάθίσει σ' αυτό που κάπχοιοι θ' αποκαλούσαν νεκροκρέββατο θα του λεγε ο οσονουπωνεκρός πως πάντα τον αγαπούσε πολύ εκείνον. Όμως ο οσονούπωνεκρός πάντα αυτά έλεγε. Εκείνος παλιά τον πίστευε. Τα τελευταία είκοσι χρόνια όμως, όχι. Δεν τον πίστευε. Όχι, όχι. Έπρεπε να 'χε πεθάνει πχιο παλιά. Όταν εκείνος παρακαλούσε τον θεούλη στη βραδινή του προσευχή να τον απαλλάκσει απ' τον οσονούπωνεκρό. Ή όταν έριχνε αλάτι, πολύ αλάτι στο ζουμί από αγκινάρα που έπινε ο οσονούπωνεκρός. Εκείνος άλλακσε. Δεν κάνει πχια προσευχή τα βράδια. Κλαφσιγελώντας χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο. Περίμενε να πεθάνει ο οσονούπωνεκρός, που ήταν πάντα ο ίδιος. Το ίδιο δεκάχρονο τσογλάνι. Κι εκείνος ήταν πάντα ο πχιο μεγάλος. Θα ήταν ίσως καλύτερο να πεθάνει πρώτα ο μεγαλύτερος. Μα έτσι ήρθαν τα πράματα που ο οσονούπωνεκρός ήταν νεκρός. Και 'κείνος ήπχιε μια πορτοκαλάδαμπλε στο μέρος που άλλοτε ήταν η βυζαντινή γωνιά. Κρατώντας ένα αλμανάκ. Δεν έκλαπσε τότε. Είχε κλάπσει λίμνες και παραπόταμους χρόνια πριν


1 σχόλιο:

ακέφαλον τέρας είπε...

Όχι βέβαια! Αλλιώς πώς θα απαντούσα στις φωνές σου; Μα τι απελπισιά είναι αυτή, σώνει και καλά να με πεθάνεις... Είμαι όπου έχουμε πάει μαζί. Είμαι το πείσμα σου. Είμαι μεθυσμένος. Είμαι στη μύτη σου. Είμαι ο παρελθόντας φθόνος. Αλλά ποτέ νεκρός. Jamais!