Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

τα νερά


Και καθώς έκλεινε την πόρτα της κόκκινης μάστανγκ-μοντέλο-’83, πιάστηκε το σακάκι του το γαλάζιο. Έγινε έτσι μια μικρή, ανεπαίσθητη τρύπα στη φόδρα. Από μέσα δηλαδή. Και ‘κεινος ξανάκλεισε με βρόντο την πόρτα της κόκκινης μάστανγκ-μοντέλο-’83. Άνοιξε το παράθυρο. Ένα ξηρό αεράκι του καλοκαιριού ταρακούνησε ελαφρά τις οκτώ τελευταίες τρίχες του μουστακιού του, απ’ την αριστερή πλευρά. Μουσική δεν έβαλε. Φύλαγε τ’ αφτιά του για το αργότερα. Στύλωσε τα μάτια στο δρόμο. Στύλωσε τα μάτια στη Βεντούρα φρήγουέη, τη λεωφόρο της μπαναλιτέ και της αποχαύνωσης. Κατηφόριζε κι άφηνε πίσω λευκές επαύλεις. Κατηφόριζε κι άφηνε πίσω ροζ επαύλεις. Κατηφόριζε κι άφηνε πίσω σομόν  επαύλεις, φυστικί επαύλεις και σιδερένιους φράχτες και τσιμεντλενιους φράχτες και μαγαζιά και πολυμαγαζιά και πάρκινγκ, εκατομμύρια χιλιάδες πάρκινγκ. Και κάτι δέντρα. Η κοιλάδα του Σαν Γκαμπριέλ έχει και κάτι δέντρα, μάλλον ψεύτικα. Η Πασαντίνα έχει κάτι δέντρα από αυτά που λειτουργούν με ηλιακή ενέργεια και το βράδυ φωτίζουν. Πριν τα έβαζαν στην πρίζα. Μα τώρα οι καιροί έχουν αλλάξει και προστατεύουν το περιβάλλον και κάνουν αυτό που λέγεται εξοικονόμηση ενέργειας. Απότομα τράβηξε το χειρόφρενο μπροστά από μια έπαυλη στο χρώμα της ώχρας με πορτοκαλί λεπτομέρειες. Μπροστά από μια βαριά καγκελόπορτα, η οποία συνοδευόταν από συναγερμό και μπροστά απ’ το προσοχή σκύλος, στεκόταν ο Μαρτίν. Κίτρινο σακάκι φορούσε και όταν μπήκε στην κόκκινη μάστανγκ-μοντέλο-’83, δεν πιάστηκε στην πόρτα. Τα δάχτυλα του Μάουρο ντελικάτα και αυτόνομα πάτησαν το πράσινο κουμπί και ο Miles Davis διαπέρασε τις κουτσουλιές του παρ-μπριζ κι έκανε τον Μαρτίν να ξύσει με αλεγρία το σγουρό του κεφάλι.

-         Μάουρο, να σταματήσεις στο «ΒΟΛΚΆΝΟ» να πάρουμε κάρνε μπουρίτο.
-         Το παίζεις τουρίστας που αναζητά πικάντικες φολκλόρ νοστιμιές;
-         Όχι. Είδα τη μάνα μου στον ύπνο μου να τρώει κάρνε μπουρίτο καθισμένη στην κουνιστή πολυθρόνα της μπροστινής αυλής του σπιτιού της.
-         Και από πότε δίνεις εσύ σημασία στα όνειρα, Μαρτίν;
-         Από τότε που έκλεισα τα πενήντα.
-         Πας και γιόγκα;
-         Το σκέφτομαι.
-         Θα κόψεις και το κρέας;
-         Το σκέφτομαι.
-         Θα πάρεις και ποδήλατο;
-         Ίσως.
-         Δε θα σταματήσω.
-         Είσαι μαλάκας.
-         Σκεφτόμουν να περνάγαμε τα σύνορα σήμερα.
-         Ξέχνα το.
-         Θα οδηγώ χωρίς να σταματήσω προς τα σύνορα. Αν αλλάξεις γνώμη τα περνάω, αλλιώς πάμε σ’ ένα ντάηνερ που τρώνε ομελέτες   οι συνοριακοί.
-         Κολτρέην έχεις μαζί σου;
-         Έχω.
-         Δεν τρώω ομελέτες. Έχω χοληστερίνη.
-         Κανένα πρόβλημα. Τι κάνει η γυναίκα σου;
-         Ασχολείται με φιλανθρωπίες αυτό το διάστημα.
-         Ταΐζει τα μπάσταρδα γατάκια της γειτονιάς;
-         Μη γίνεσαι γελοίος. Χρηματοδοτεί ένα ίδρυμα που ασχολείται με την περίθαλψη των αδέσποτων σκυλιών της Πασαντίνα. Μην κάνεις μορφασμούς, τσαλακώνεται το μουστάκι σου.
-         Και η Στέησι;
-         Αρραβωνιάστηκε έναν συμφοιτητή της απ’ το κολλέγιο. Μην κάνεις μορφασμούς Μάουρο, θα κατέβω απ’ το κωλάμαξο.
-         Έχω τικ.
-         Πάει μαζί με τη δυσκοιλιότητά σου μήπως;
-         Μπράβο Μαρτίν παραμένεις πάντα πικρόχολος. Και οι χαρτοπετσέτες σου;
-         Ετοιμάζομαι ν’ ανοίξω παράρτημα στη Νέα Ορλεάνη.
-         Ωραία τώρα πια είμαστε κι οι δυό γιάπηδες σωστοί. Οι μεξικάνοι που ήρθαν στην Αμερική και με σκληρή δουλειά και στερήσεις τα κατάφεραν. Εξασφάλισαν τα παιδιά τους και ως αμερικανοί πια πολίτες, διάγουν βίο έντιμο, αξιοπρεπή και σομόν.
-         Ποτέ δε θα γίνουμε εντελώς αμερικάνοι.
-         Πολύ θα το ‘θελες, ε; Το σκούρο σου πετσί κάποτε ούρλιαζε την ινδιάνικη ρίζα σου. Τώρα όμως περνιέσαι για ένας κοτσονάτος 50άρης που κάηκε απ’ τον ήλιο καθώς έπαιζε τένις.  Ε, Μαρτίν;
-         Γίνεσαι κουραστικός. Τσικάνος θα ‘μαστε πάντοτε.

Ο Μάουρο πάτησε το κόκκινο κουμπί. Ο Miles Davis ξεμύτισε. Ο Μαρτίν τον στραβοκοίταξε.

-   Γιατί έβαλες γαμημένα ραντσέρας;
-   Για να θυμηθούμε το Δουράνγκο Μαρτίν;
-  Δεν το σκέφτομαι καθόλου το Δουράνγκο. Θα πουλήσω μάλιστα και το σπίτι της μάνας μου στη Σιουδάδ Κανατλάν.
-   Το σκέφτεσαι Μαρτίν, γιατί κι ‘γω το σκέφτομαι.
-    Έχεις χαζέψει Μάουρο. Το δίχως άλλο, έχεις χαζέψει.
-   Ναι, ναι, εγώ το σκέφτομαι πολύ το Δουράνγκο. Είναι ώρες όταν είμαι κλεισμένος στο γραφείο που περιπλανιέμαι ξανά στην έρημο της Σονόρα και σκοντάφτω στους σκελετούς των παππούδων μου. Και καίγονται οι πατούσες μου και διψάω. Και τότε έρχεται η γραμματέας μου, φέρνοντάς μου κρύο, μεταλλικό νερό. Και τις νύχτες όταν πέφτω στο κρεβάτι με το ανατομικό στρώμα δίπλα στην Εστεφάνια.  Η Εστεφάνια που όλο ροχαλίζει και παχαίνει, αφήνοντάς μου τόσο λίγο χώρο στο κρεβάτι. Και τότε πάλι σκέφτομαι το Δουράνγκο. Που ‘μαστε 9 χρονών με τον Πεδρίτο και τον Χοακίν στα βουνά του Κανατλάν και ξαπλώναμε κάτω απ’ τον ήλιο. Θυμάσαι Μαρτίν;
-   ‘Οχι.
-   Και όταν τσακώνομαι με την κόρη μου, σκέφτομαι το Δουράνγκο. Μα το θεό Μαρτίν δεν υπάρχει πιο τρομακτικό πράμα στον κόσμο από τα 15χρονα. Όλο φτύνουν λέξεις όπως: καυλί-μουνί-ποπύτσος. Και μετά κλείνονται μες στα δωμάτιά τους και δε χαϊδεύονται, μόνο πηδιούνται Μαρτίν. Η χυδαιότητά τους μ’ ανατριχιάζει Μαρτίν. Δε σκέφτονται τίποτα. Μόνο γαμιούνται. Δε σκέφτονται. Το καταλαβαίνεις Μαρτίν; Δε σκέφτονται. Ψωνίζουν, βρίζουν και πατούν κουμπιά. Όλα όσα χρειάζονται βρίσκονται πάνω σ’ ένα πληχτρολόγιο Μαρτίν.
-  Μαουρίτσιο Νικανόρ Εσπινόσα, παραληρείς.
-  Το δίχως άλλο Μαρτίν. Θα βάλω ν’ ακούσουμε dead moon τώρα Μαρτίν. Τους ξέρεις τους  dead moon;
-   Όχι. Και δεν...
-   Εγώ, για να καταλάβεις, μόνο αυτούς θέλω ν’ ακούω Μαρτίν. Όταν ακούω αυτούς τα θυμάμαι όλα μου τα συναισθήματα. Νοιώθω πόνο. Νοιώθω απελπισία. Απόγνωση. Θυμό. Έρωτα. Έρωτα Μαρτίν.
-   Ερωτεύτηκες τη γραμματέα σου;
-   Όχι, όχι Μαρτίν. Τους είχε πετάξει η κόρη μου στο γραφείο της μαζί με τα βερνίκια νυχιών, τα κινητά, τα καλλυντικά και τις ψεύτικες τις βλεφαρίδες. Τ’ ακούς Μαρτίν; Οι dead moon μαζί με τις ψεύτικες τις βλεφαρίδες. Και ούτε καν τους  άκουσε Μαρτίν. Τους απίθωσε απλά εκεί για να εντυπωσιάσει ένα αγόρι από την τάξη της. Τελικά θα πάνε μαζί στο χορό του σχολείου. Εγώ όμως τους dead moon, τους έσωσα απ’ τα ψεύτικα τα νύχια της.
-   Μπράβο Μάουρο. Ηρέμησε τώρα και σταμάτα να πάρουμε κάρνε μπουρίτο και τσίλε βέρντε. Το παραλήρημά σου μου άνοιξε την όρεξη, νομίζω.
-   Όχι, όχι. Θυμάσαι τότε που ήμαστε στο βουνό και απομακρυνθήκαμε από τους άλλους και ‘γω παραλίγο να πέσω στη χαράδρα του Αλακράν, αλλά εσύ με τράβηξες...
-   Όχι.
-   Με τράβηξες πάνω σου. Και μετά αποκαμωμένοι ξαπλώσαμε ο ένας δίπλα στον άλλον. Ιδρωμένοι και με κομμένες ανάσες. Και ο Πεδρίτο είχε ξελαρυγγιαστεί να μας φωνάζει. Αλλά εμείς κλείσαμε τα μάτια και ξαπλώσαμε ο ένας δίπλα στον άλλον, Μαρτίν. Και ακούγαμε τα νερά που κατέβαιναν απ’ τη Σιέρρα Μάδρε. Θυμάσαι, Μαρτίν;
-   Σκάσε.
-   Κι ήταν τότε σαν τα νερά να χώθηκαν στις τρίχες των μαλλιών μας. Σα να μας δρόσισαν τα πρόσωπα. Να τρύπησαν τα παντελόνια μας. Να μυρμήγκιασαν τα πέλματά μας. Και ήταν τότε...
-   Πάψε επιτέλους. Μου τρυπάς το κεφάλι με τις ανοησίες σου.
-   Ξυπνάω με τα νερά της Σιέρρα Μάδρε στο κεφάλι μου. Τα νερά της Σιέρρα Μάδρε Μαρτίν εκβάλλουν στο κεφάλι μου. Τα πρωινά. Τ’ ακούω να κατεβαίνουν το βουνό και να με βρίσκουν. Με παίρνουν από την παλιοπασαντίνα και με πηγαίνουν εκεί που ήμαστε ξαπλωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον, Μαρτίν. Τότε που ήμουν ξαπλωμένος δίπλα σου. Τότε που...
-   Βούλωσέ το ρε γαμώτη.
-   Που άπλωσες το χέρι και μου χάιδεψες τα μαλλιά και...
-   Σκάσε κρετίνε.
-   Και σύρθηκες αθόρυβα πάνω μου. Και με φίλησες Μαρτίν. Με φίλησες Μαρτίν. Κι ήμαστε 9 χρονών και ‘συ με φίλησες Μαρτίν. Και τα χείλη σου έκαιγαν Μαρτίν. Κι ούτε τα νερά της Σιέρρα Μάδρε δεν έφταναν για να σβήσουν τη φωτιά Μαρτίν.
-   Κλείσε το γαμημένο το στόμα σου, γιατί μα το θεό θα σε χτυπήσω Μάουρο.
-   Ωραία. Το μεξικάνικο παγόβουνο αρχινάει και λιώνει.

Και ο Μαρτίν τον χτύπησε. Ο Μαρτίν χτύπησε τον Μάουρο. Με το αριστερό του χέρι. Ανάποδα. Από τη μεριά του δαχτυλιδιού που φορούσε. Κι ο Μάουρο δάκρυσε. Δε σταμάτησε να οδηγεί, παρά δυνάμωσε την ένταση της μουσικής.

-         Αυτό το φιλί σκέφτομαι Μαρτίν, καθώς τραβάω μαλακία στο μπάνιο κρυφά. Αυτό το φιλί σκέφτομαι και καβλώνω όσο η χοντρή η Εστεφάνια κουνιέται από πάνω μου, νομίζοντας ότι γαμιόμαστε.
-         Σταμάτα γαμημένε. Θα σε σκοτώσω.
-         Όχι, όχι. Τη σιχαίνομαι τη χοντρή. Ζέχνει αρώματα. Κάθε φορά που μ’ αγγίζει μετά μυρίζω ταγγισμένο λάδι απ’ τα λίπη της. Λάδι Μαρτίν. Και θέλω να ξεκολλήσω το δέρμα μου. Να μείνω με τα αίματά μου. Να καθαρίσω. Είμαι ερωτευμένος μαζί σου Μαρτίν. Όλη μου τη  ζωή ερωτευμένος μαζί σου. Και ακούω dead moon, μόνος στο γραφείο μου σαν έφηβος και σε σκέφτομαι Μαρτίν. Ο έρωτάς μου για σένα εμποδίζει το μικροαστικό μου φέρετρο να κλείσει.
-         Βούλωσέ το ρε μαλάκα. Θα σε σκοτώσω στ’ ορκίζομαι. Τι είναι αυτά που λες; Τι σ’ έπιασε ρε

Ο Μάουρο τρέμοντας σταμάτησε την κόκκινη μάστανγκ-μοντέλο-’83. Πριν φτάσουν στα σύνορα. Πριν καν βγουν απ’ την Πασαντίνα. Δίπλα σ’ ένα φαρδύ και καθαρό πεζοδρόμιο.

-   Γι’ αυτό σε κάλεσα να πάμε βόλτα Μαρτίν.   Θέλω να φύγουμε μαζί. Να δούμε το
ηλιοβασίλεμα στην έρημο της Σονόρα. Να νοιώσω ξανά τη φωτιά σου να μου αναστατώνει τα σωθικά και τα ψυχρά σου τα μπλε μάτια ν’ ανοίγουν τρύπες στο γέρικο στήθος μου.  Αγκαλιά να σε πάρω. Για πάντα αγκαλιά να σε πάρω και να χαθούμε στην  αέναη ανυπαρξία ενός απέραντου τίποτα.

Ο Μαρτίν πήρε το κεφάλι του Μάουρο και βίαια το κατέβασε στο τιμόνι της κόκκινης μάστανγκ-μοντέλο-’83. Και ο Μάουρο με τα ματωμένα φρύδια, χαμογέλασε.

-         Τι θες να σου ‘μολογήσω ρε πούστη; Δε νοιώθω τίποτα. Για κανέναν. Τίποτα.  Καβλώνω από συνήθεια με τη Λώρα. Νεκρός είμαι χρόνια τώρα. Και τι θέλεις δηλαδή; Να κλεφτούμε σαν τα 15χρονα. Τι θες να σου πω πως ο έρωτάς μου για σένα είναι σα μου πέφτουν όλες μου οι χαρτοπετσέτες μεμιάς στο κεφάλι; Τι θες Μάουρο; Τι θες; Να γίνουμε δυο μεσόκοποι κωλομπαράδες που περπατούν χέρι-χέρι κάτι ανοιξιάτικα ηλιοβασιλέματα; Ε, Μάουρο; Θες μήπως να ξεβρακωθώ; Θες να ξεβρακωθώ για να με γαμήσεις; Να μου γαμήσεις τον τριχωτό μου κώλο. Ή μήπως προτιμάς να χώσω τον πούτσο μου στο δικό σου κοκαλιάρικο κωλαράκι; Πες γαμώτο Μάουρο, τι θα σ’ ευχαριστούσε; Θες μήπως να μου πάρεις μια πίπα;

Και τράβηξε το κεφάλι με τα ματωμένα φρύδια. Και ο Μάουρο δεν αντιστάθηκε. Έπειτα ο Μαρτίν με μια κίνηση τράβηξε το φερμουάρ του γκρι παντελονιού του.

-         Άνοιξε το στόμα σου hermano. Άνοιξε το στόμα σου Μάουρο.

Και με δύναμη έσπρωξε τον πούτσο του στο στόμα του Μάουρο. Και ο Μάουρο πνιγόταν, μα δεν αντιστάθηκε. Του άφησε τότε το κεφάλι. Κι έμεινε ο Μάουρο να πιπιλάει τον πούτσο του Μαρτίν σα μωρό παιδί. Κι έκλαιγε ο Μάουρο μ’ αναφιλητά. Ο Μαρτίν έκλαιγε δίχως αναφιλητά. Κι ήταν τότε που τα νερά της Σιέρρα Μάδρε τα σκέπασαν όλα και οι dead moon έσκουζαν επιθανάτιους ρόγχους.


 


               

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Το δίχως άλλο...κάποια... σημαντική μυθοπλαστική ικανότητα, σε γενικά χαρακτηριστικά...γκρίζα τι γουστόζικες προσωπικότητες...
Μπράβο κοριτσάκι...
πατήρ Διαμαντής.

αφήνω αυτό εδώ είπε...

http://youtu.be/lQ2q-nsiFSw
R.I.P.