Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010

Τιμόνι που χαρακώνει...

Σε τρεις βδομάδες είχε τα γενέθλιά της. 38. Του ζήτησε να πάνε στον Πλόυταρχο. Ήταν Κυρική. Εκείνος έβλεπε την Αθλητική Κυρική. Την αγνόησε. Ήξερε πολύ καλά πως μόλις η εκπομπή τελείωνε θα κλεινόταν για 40 λεπτά στο μπάνιο. Θα τον έπαιζε και εντέλει θα έχυνε για την Άννα Καραμανλή, όπως πάντα. Θα του το ξαναζητούσε όταν θα έβγαινε ξαλαφρωμένος. Δε θα πήγαιναν. Είναι και σαρακοστή και αυτός εξακολουθεί να κάνει τις βρωμιές του. Όπως συνέβαινε όλα τα χρόνια του γάμου τους εκείνος θα ξεχνούσε τα γενέθλιά της.Ο χοντρός θα ξενυχτούσε στο καφενείο του βρωμίαρη, του Αιγύπτιου. Εκείνη θα τα περνούσε μπροστά στην τηλεόραση.

Τον τελευταίο 1μιση χρόνο δεν έκαναν "έρωτα". "Έρωτα"...
Πόσο γελοία ηχούσε αυτή η λέξη. Εκείνη άνοιγε τα πόδια. Σκεφτόταν λογαριασμούς και το φαγητό που θα μαγείρευε την επόμενη μέρα. Εκείνος ίδρωνε και ξεϊδρωνε, αφού τον εμπόδιζε η σαπιοκοιλιά του. Μετά από 10 λεπτά έχυνε. Στα επόμενα λεπτά ροχάλιζε ήδη.
Κοιμόνταν ο ένας δίπλα στον άλλον, πιάνοντας τις δύο άκρες του κρεβατιού. Ανάμεσά τους χωρούσε ενάμισης άνθρωπος. Τουλάχιστον.
Τον σιχαινόταν. Τη σιχαινόταν.
Βρώμαγε κρασί και ιδρώτα. Εκείνη δεν ξύριζε πια τα πόδια της. Δεν έβαφε τα μαλλιά της. Οι γκρίζες τρίχες είχαν πάρει αναμφίβολα το προβάδισμα. Ούτε το μουστάκι της έβγαζε, αν και είχε δει στην Τατιάνα πως δεν πονάει.

Το πρωί σηκωνόταν στις 7. Ετοίμαζε τα παιδιά για το σχολείο. Ο μικρός θα τραγουδούσε το καπετανάκι που έχει μπούκλα στο μουστάκι... Εκείνη του άστραφτε δύο χαστούκια. Εκείνος κατακόκκινος και κλαμμένος, άρπαζε την τσάντα του και χτυπόυσε την πόρτα πίσω του.
Η μάνα της έλεγε πως τα παιδιά είναι η χαρά της ζωής. Ποιά χαρά? Αγνοείται... Δύο χοντρομαλακισμένα, που της ζητούσαν συνέχεια λεφτά και δεν την άφηναν να παρακολουθήσει τα αγαπημένα της σήριαλ.

Στις 8 έπιανε δουλειά. Οδηγός του αστικού λεωφορείου της μικρής επαρχιακής πόλης. Αγαπούσε τη δουλειά της. Έβαζε στο τέρμα Πλούταρχο και στριφογύριζε μανιασμένα το τιμόνι. Εκεί ξεσπούσε. Έβριζε τους κωλόγερους. Τρελαινόταν να τους κλείνει ανάμεσα στις πόρτες. Σταματούσε σε όποιες στάσεις ήθελε εκείνη. Γιατί μπορούσε. Γιατί είχε την απόλυτη εξουσία μέσα στο λεωφορείο. Σε κάθε φοιτητή που έμπαινε έβλεπε τον άντρα της. Εξοργιζόταν. Προχτές άρπαξε μια φοιτήτρια απ' το μαλλί -απ΄αυτές τις αδύνατες με τα βγαλμένα φρύδια- και την κατέβασε κάτω, γιατί τόλμησε να της ζητήσει να χαμηλώσει την ένταση του ραδιοφώνου. Κανείς απ' τους υπόλοιπους επιβάτες δεν είπε τίποτα.

Σήμερα. Σήμερα ανέβασε στο όχημα τρεις μπάτσους για να μαζέψουν έναν άπλυτο μακρυμάλλη που τόλμησε να την αμφισβητήσει. Οι φωνές της κάλυψαν τα πάντα. Έτρεμε απ' τα νεύρα της. Το μαλακισμένο χαμογελούσε, την αγνόησε. Δεν πέρασε το δικό της. Ήθελε να του συνθλίψει το κρανίο πάνω στο τιμόνι.Κόντευε να σκάσει. Σχόλασε και κατευνθύθηκε περπατώντας προς το σπίτι. Άρχισε να μιλάει μόνη της. Έκανε χειρονομίες, έβριζε και φώναζε. Απελπισία. Κάθισε σ' ένα παγκάκι και άναψε τσιγάρο. Μια γριά μ' ένα λουλούδι στο κεφάλι ήρθε προς το μέρος της. Της χαμογέλασε και της ψιθύρισε : Ο αέρας μυρίζει διαφορετικά σήμερα, ε?

Πάει, ο κόσμος τρελάθηκε. Ευτυχώς που εγώ τα έχω 400. Ευτυχώς.
Γύρισε σπίτι. Αφού χτύπησε με το τσόκαρο την κόρη της, γιατί δεν έφαγε τα φασολάκια της... Αφού πέταξε απ' το παράθυρο το κινητό του γιού της... Αφού έριξε βρωμόνερα στ' απλωμένα σεντόνια της γειτόνισσας και διαολόστειλε τον Πακιστανό του τρίτου... Κάθισε στον καναπέ. Έβαλε Τατιάνα, πως να δείχνετε 10 χρόνια νεότερη με πέντε απλά βήματα...

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

"όλα άρχισαν όταν εκείνος ο κρετίνος ο Perry Como τραγούδησε την Glendora.."