Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

Παιδί, αναμφιβόλως...

Ο τύπος με τα μαύρα γυαλιά και το μέτωπο δύο χιλιόμετρα κάθισε δίπλα μου. Καθώς, το τρένο τρανταζόταν, στη μύτη μου έφτανε κατά κύματα η μυρωδία του. Αυτό το παππουδέξ, το μυρτώ. Τον κοίταξα. Ο πούστης, ήταν φτυστός ο δάσκαλός μου της έκτης δημοτικού. Ένιωσα ασφάλεια. Θυμήθηκα το δάσκαλο, που δεν αποχωριζόταν ποτέ τα μαύρα γυαλιά του, για να μην καταλαβαίνουμε που κοιτάει. Με έβγαζε συνέχεια απ' την τάξη, ενίοτε μαζί με το θρανίο. Έκανε συλλογή από πετρώματα και έντομα. Στο γραφείο του "φιλοξενούσε" μια βαλσαμωμένη ταραντούλα, που φάνταζε μυθική στα μάτια μας. Στα διαλέιμματα μας μιλούσε για τους δροσουλίτες, την Μαρία Κάλλας και τη θεωρία της σχετικότητας του Καραθεοδωρή και όχι του πούστη του Αϊνστάιν. Το τέλος του δημοτικού μου στοίχισε πολύ, αναμφιβόλως. Νομίζω πως ήμουν κολασμένα ευτυχισμένος.

Ο τύπος κατέβηκε στον Άγιο Λευτέρη και δίπλα μου θρονιάστηκε ένας φλώρος, με χαρτοφύλακα και δερμάτινο σκαρπίνι. Το hands free ήταν σφηνωμένο στο αυτί του, αυτί πολυεργαλείο που χρησίμευε και ως κεραία, αναμφιβόλως. Κόλαση. Ξαφνικά, με σκουντάει και μου λέει :
-Ρε φίλε Γ2... τελευταίο θρανίο... Ο Μίλτος είμαι! Με θυμάσαι ;
- Όχι, ρε φίλε, μούγκρισα, δε σε θυμάμαι!

Τον τελευταίο καιρό αυτό είναι το μόνιμο μαρτύριό μου. Σκόρπια ονόματα επιπλέουν στο μυαλό μου. Ονόματα δίχως πρόσωπα. Με χαιρετούν παλιοσυμμαθητές και παλιοί γενικώς και εγώ τίποτα. Nada. Κενό. Λευκό σεντόνι λέμε! Πήγα σε ψυχολόγο. Ξέρω 'γω... ; Ο κόσμος σαλτάρει σιγά- σιγά. Κάτι που μεγαλώνω... Κάτι η αφρικανική η σκόνη... πολύ θέλει η βίδα να πιτσικάρει... ;!
O doctor απεφάνθει.
- Πρέπει να κόψετε τις στενές επαφές με τον υπολογιστή. Αυτά τα video games καίνε τα εγκεφαλικά σας κύτταρα, επηρεάζουν το μνημονικό σας!
Χαμογέλασε. Έριξα ένα εσωτερικό γαμωσταυρίδι και αποχαιρέτισα 50 έουρα.
Παπάρες! Η αφρικανική σκόνη φταίει...

Χτες καθώς ανηφόριζα τη Σόλωνος, μου χίμηξε μια γκόμενα. Αφού με ζούληξε στα βυζιά της κάμποσα δευτερόλεπτα, άρχισε τα "και-που-χάθηκες-βρε-μπαγάσα, και-πες-μου-τα-νεα-σου, και-μπλα-μπλα-μπλα-σε-πεθύμησα, και-μπλα-μπλα-μπλα-παμε-για-καφε-τωρα!". Εγώ μουγγοθόδωρος. Ανοιγόκλεινα βιαίως τα ματοτσίνορα.
-Καλέ, τί έπαθες... ;! Η Άννα είμαι!
Όπως πληροφορήθηκα αργότερα απ' τον άχρηστο τον Τέλη, η Άννα ήταν η Μεγαλύτερη Σχέση της μέχρι τότε ζωής μου. Το Μεγάλο Αίσθημα...
Πήγαμε να πιούμε αυτόν το γαμωκαφέ. Την παρατήρησα καλύτερα. Ωραία γκόμενα, αναμφιβόλως. Πάσχιζα να θυμηθώ κάτι από τη σχέση ογκόλιθο... Ευχόμουν να σταματήσει να μιλάει, να κλείσει τα μάτια και ' γω να ψιλαφήσω το πρόσωπό της, ίσως έτσι να θυμόμουν κάτι. Σηκώθηκα απότομα και μύρισα τα μαλλιά της. Χαμομήλι. Μου έσκασε μια εικονογραφημένη ανάμνηση. Καλοκαιρινή βόλτα στη Διονυσίου Αεροπαγείτου. Αυτό. Μόνο.

Πώς είναι δυνατόν να είχα ερωτευτεί την Άννα ;
Η κάθε λέξη που θαρρείς πως έφτυνε κατα πάνω μου, ήταν υποκοριστικό... λεξούλα!
Πτυχιάκι. Μεταπτυχιακούλι. Δουλίτσα. Μισθουλάκος. Ζωούλα.
Ένα ατέλειωτο βουητό στ' αυτιά μου. Μα αυτή ήταν "μεγάλη", αναμφιβόλως. Εγώ, αυτοχαρακτηρίζομαι ως παιδί, κι ας γελάει ο πούστης ο Τέλης.
-Βρε συ, πότε θα μεγαλώσεις επιτέλους ; με ρωτά η Άννα.
Το ματοτσίνορο μου πεταρίζει ανελέητα. Το βλέμμα της είναι κενό. Πώς γίνεται να πέρασα τόσο καιρό με μια γκόμενα που δεν είναι κορίτσι και δεν έχει πυρετικά μάτια ;!
Εγώ, αρνούμαι να θυμηθώ και εκείνη φλυαρεί μέχρι τελικής πτώσεως. Το κορίτσι που κάθεται στο διπλανό τραπέζι με κοιτά, στελνοντάς μου χαμόγελο συμπαράστασης... Το βλέμμα της πετά φωτιές. Είναι αστεία με τα μπερδεμένα της μαλλιά και το σκουλαρήκι διαστημόπλοιο, που κρέμεται απ' το μικροσκοπικό της αυτί. Της χαμογελάω. Χαμόγελο επιθυμίας. Είναι κι αυτή ενήλικας- παιδί, όπως κι εγώ. Πήγα κοντά της. Η Άννα έμεινε εμβρόντητη. Νοητά πρέπει να με σκότωσε με χίλιους διαφορετικούς τρόπους.

- Πάμε μια βόλτα κορίτσι-διαστημόπλοιο ;

Μυρίζω τα μαλλιά της. Γιασεμί. Βάλσαμο της μνήμης.

Και γω θα ξεχνάω να θυμάμαι. Αναμφιβόλως!

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

ΚΙΑ-ΛΟ!ΚΙΑ-ΛΟ!

(τα διάβασα και τα δυο μαζί και κακόμαθα, θέλω κι άλλο...)

δ.(εν κάνω πλάκα)