Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Ζούσε τη ζωή της...

Πριν από λίγο γύρισε. Έβαλα το γυάλινο ποτήρι του κρασιού πάνω στον κρύο σωλήνα του καλοριφέρ. Την άκουσα να πλένει τα δόντια της. Μόνη της ήρθε. Πάλι. Σκούντησα την Σούλα σίπλα μου. Τον είχε "κλέψει". Πάλι. Την πήγα ως την κρεβατοκάμαρα. Ασήκωτη είναι η άτιμη. Όταν τη γνώρισα κλαράκι. Τώρα, απλά μια μεγάλη κουφάλα. Εντός ολίγων λεπτών θα ξεκινήσει το βασανιστικά μακρόσυρτο ροχαλητό της.

Η άλλη θ' αργήσει να κοιμηθεί. Την ακούω κάθε βράδυ να παλεύει με τα σκεπάσματα. Ξέρω, τη βαραίνουν. Πριν από κάνα μήνα που ήρθε γελούσε. Κανονικά, σαν άνθρωπος. Δε γελάει πια. Δακρυσμένη στέκει τ' απογέματα. Νυσταγμένη τις Κυριακές. Νομίζω πως είναι απ' την επαρχία. Κάθε φορά που την πετυχαίνω στη στάση κάτω από το σπίτι, γουρλώνει τα μάτια της σαν έρχεται το λεωφορείο. Λες και το βλέπει για πρώτη φορά. Αχτένιστη μέσα στις φυλές της πόλης μουρμουρά στίχους. Την προηγούμενη Παρασκευή μια ατίθαση μπούκλα της παραλίγο να μου βγάλει το μάτι. Εκείνη κοκκίνισε και χώθηκε στο ψιλικαντζίδικο της γωνίας. Κυκλοφορεί μοναχή της μ' ένα τσιγάρο στ΄αριστερό χέρι. Μικροσκοπική πλάι στα ογκώδη κτίρια. Μοιάζει να αγαπά την αστική βρωμιά, την εξουθενωτική παρακμή. Χλευάζει την υπαρξιακή μελαγχολία και σκοντάφτει στην ανοίκεια μοναξιά.
Ξέρω. Εγώ, ξέρω.

Σκάσε ρε Σούλα!
Πάντα τις ώρες που σου μιλώ, αυτές τις μυστήριες, τις νυχτερινές, η Σούλα θυμάται να πάει τουαλέτα. Το καζανάκι είναι η προέκταση του χεριού της. Αυτές οι μαλακίες που πίνει φταίνε, τα βοτάνια. Αφεψήματα τα λέει ο κόσμος, άσχετε! μου φωνάζει. Όλο κατουράει που λες η Σουλάρα και διακόπτει τις ηχογραφήσεις μου. Η άλλη δεν πίνει "αφεψήματα", το ξέρω εγώ. Μπύρες πίνει. Δε γουστάρει το νερό της πόλης.

Τις προάλλες την πέτυχα να κλωτσά το ασανσέρ. Γαμημένο!, είπε και έβαλε τα κλάματα. Της έδωσα χαρτομάντηλο. Το πήρε. Μετά κατέφτασε η Σούλα απ' τη λαϊκή και με πήρε και με σήκωσε. Δεν μπορεί να συνηθίσει την "μπατσοκρατία" της πόλης την άκουσα να λέει. Δεν καταλαβαίνω. Εγώ πάντως νιώθω καλύτερα που κυκλοφορούν ανά ντουζίνες ανάμεσά μας. Αυτή λένε πως μας ρουφάνε τον αέρα. Ελαφρόμυαλη είναι. Εγώ ξέρω πως από τότε που αυξήθηκε η αστυνόμευση στη γειτονιά, ο σχιστομάτης, ο απέναντι, δε μου κάνει πια το μάγκα. Λούφαξε το μουνόπανο. Οι χρυσαυγίτες απείλησαν ότι θα του κάψουν το μαγαζί. Και τα Πακιστάνια χώθηκαν στις τρύπες τους. Ησύχασε το κεφάλι μας. Αυτή όμως το χαβά της. Σα βλέπει ένστολο να περνά κλείνει σφιχτά τα μάτια της.

Η Σούλα λέει πως είναι ονειροπαρμένη και σουρλουλού. Για το πρώτο είμαι σίγουρος. Όσο για το δεύτερο περιμένω με ανυπομονησία να το διαπιστώσω, μήπως και οι νύχτες μου αποκτήσουν κάποιο ενδιαφέρον.

Είναι όμως πολύ φοβισμένη ή απλά βλαμμένη. Και την ακρόπολη όταν αντικρίζει πάλι τα μάτια κλείνει. Καλά, εδώ που τα λέμε δεν έχει κι άδικο. Η γαμημένη σε στοιχειώνει, από παντού φαίνεται. Και αν είσαι άνεργος, άφραγκος και μόνος στέκει σαν γκιλοτίνα πάνω απ' το κεφάλι σου.

Την Τρίτη κύκλωνε αγγελίες. Κανείς δε θα την προσλάβει. Είναι μόνιμα αναμαλλιασμένη, δε βγάζει τα φρύδια της και απ' τα ρούχα της κρέμονται εκατομμύρια κλωστές. Αν χτενιζόταν που και που τα πράγματα θα ήταν καλύτερα για 'κείνη. Ναι, σίγουρα, κάποιο σουλούπωμα θα βοηθούσε.

Αυτή, ξέρω εγώ, ψάχνει να βρει τρόπο να υπάρξει. Και 'γω κάποτε το προσπάθησα. Παντρεύτηκα την Σούλα. Επιβεβαίωσα έτσι την ανυπαρξία μου. Παρακολουθώ τις υποτιθέμενες ζωές των άλλων. Είναι κάποια διέξοδος.

Τη λυπάμαι, ξέρεις. Κάποιες μέρες κρατά κάτι γιασεμιά, τα μυρίζει. Χαμογελάει. Δίνει κάτι κέρματα σ΄ένα πρεζάκι. Πετά τα γιασεμιά και βάζει τ' ακουστικά στ' αυτιά της. Γυρνά την πλάτη στην ακρόπολη. Ανοίγει μια μπύρα.

Νομίζω, πως αποκοιμήθηκε. Ακούω την ανάσα της.
Τα κάδρα χοροπηδούν. Το ροχαλητό της Σούλας περονιάζει το μυαλό μου. Πάλι στον καναπέ θα κοιμηθώ γαμώ το σπίτι μου.
Τέλος 33ης ηχογράφησης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: