Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010

Εβαπορέ *

Η ιδρωμένη μασχάλη του φλέρταρε ασύστολα με το δεξί σου ρουθούνι. Το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού της ασφυκτιούσε μέσα στο ιδρωμένο πέδιλο και πλησίαζε επικίνδυνα το εξίσου ιδρωμένο σου σανδάλι. Το νου σου κύριε οδηγέ γλιστράει στις χειρολαβές.
Γλιστράει.
Γλιστράει.
Έπεσες στα ζαρωμένα πόδια της σαφρακιασμένης γιαγιάς με το μουστάκι. Αποφάσισες να μείνεις εκεί, μα εκείνη είχε άλλη άποψη. Το λεωφορείο ένα εκτροχιασμένο βαγόνι της αμαξοστοιχίας 201. Ο παππούς σωριάστηκε καταμεσής της τρύπιας φυσούνας. Σε είδα να τον σκουντάς με τη λασπωμένη σόλα του παπουτσιού σου. Ασάλευτος. Η κοκκινομάλλα στα δεξιά σου πρότεινε να πάρουν το 199. Ο χοντρός παπάς με το κολλημένο σάλιο στις άκρες των χειλιών πήρε τελικά το 100. Κι εσύ... Εσύ, δεν έλεγες να πάρεις τα μάτια σου απ' τον γενιοφόρο με την καμαρωτή μπάκα. Σου χαμογέλασε. Απότομο φρενάρισμα. Πήδηξες απ' το τρελαμένο ακορντεόν. Σκόνταψες από τον Φόβο. Κατουρήθηκες. Έπειτα σε είδα να κλαίς.
Φ ό β ο ς.
Φι :Φοβερά καρδιακά σκαμπανεβάσματα κάθε φορά που έμπαινες σε τράπεζα. Φτηνές δικαιολογίες στους φίλους σου. Φραγή εισερχομένων συναισθημάτων. Φημολογείται πως το ταρακούνημα στο λεωφορείο εκείνο το μεσημέρι του ιούνη θα σου προκαλούσε στο μέλλον αλλεπάλληλα επιληπτικά επεισόδια. Φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Φούξια νύχια φαγωμένα στις άκρες για να τον εκδικηθείς. Φραπές στην πλατεία και ποδοσφαιρική αναμετάδοση. Φράσεις που πνίγονται μέσα στο δέρμα ενός νταουλιού.

Όμικρον :Ολημερίς μες στο δυάρι σκοντάφτεις πάνω σε σκισμένες κούτες. Οβίδες που σκούζουν μέσα απ' τη χέστρα. Όλο λές να πάρεις τηλέφωνο έναν άγνωστο για να πεις πως η μοναξιά είναι η καργιόλα που έφαγε τα καλύτερά σου χρόνια. Ουρανίσκος μουδιασμένος. Όνειρο που τελειώνει πάντα λίγο πριν να βγει η φωνή σου. Όμορφη κοιλιά. Οβάλ κρανίο και οισοφάγος που καίει. Οκνηρία τυλιγμένη σε τριζάτα σεντόνια. Ολική απονοηματοδότηση. Όταν έκλασε ο Νίτσε ο ανύπαρκτος σοσιαλισμός πνίγηκε στα σκατά.

Βήτα :Βάζεις τα δυνατά σου να κάνεις τις σιωπές χαμόγελα. Βυζιά στριμωγμένα σε σουτιέν σφεντόνες. Βρίζεις μες στον ύπνο σου. Βουίζουν τ' αυτιά σου. Βυζαίνεις τον αντίχειρά σου για να κοιμηθείς. Βρακί που φαίνεται απ' το ξεχειλωμένο της παντελόνι. Βγάζεις την τηλεόραση από την πρίζα. Βρύση που στάζει όλη νύχτα. Βράζεις λίγο γάλα για να κλείσεις τα μάτια σου. Βαριές παύσεις εν μέσω καύσωνα.

Όμικρον :Ολόκληροι μήνες επιπλέουν ανέμελα σε μερικές μέρες. Οβελίες που χοροπηδούν σε ρυθμούς ρέγκε. Ονειρεύεσαι να του ψιθυρίσεις εκείνο το ξεχασμένο "κάτι" κάποια βραδιά. Όρμησες πάνω του και του γραντζούνισες το μάγουλο. Ουρά στο σουπερμάρκετ. Ορχιδέες που φυτρώνουν στα σκουπίδια. Ούτε σήμερα κατάφερες να του το πεις το γαμημένο. Όταν θα φύγεις θ' αφήσεις το κλειδί στην πόρτα.

Σίγμα :Συμπυκνωμένα χρόνια σε δυό μήνες. Σαρδάμ γενικώς και σαρδόνια γέλια ειδικώς. Σαλτιμπάγκοι της θλίψης. Σουρεαλιστικοί αντικατοπρισμοί καθημερινότητας. Σήματα καπνού από την κουζίνα στο σαλόνι. Σηκώνεσαι να φύγεις και συνειδητοποιείς πως δεν μας είπες ακόμη πως έχουν τα πράγματα. Σακουλάκι με λιόσπορους μια κυριακή απόγεμα στο λιμάνι. Συννέφιασε.

Όταν κατέβηκες από το λεωφορείο σε άρπαξαν οι Δίδυμοι με τα κόκκινα μάτια και τις άσπρες στολές. "Έχετε εμπριμέ παρανοϊτιδα των νησιών του πάσχα", σου είπαν.
Καλπάζουσα. Μη αναστρέψιμη.
Έτρεξες. Τους ξέφυγες. Η ψιλικαντζού της γωνίας σε είδε να ξεγουβιάζεις μια μπομπότα, σκορπώντας τα ψίχουλα από το κατώφλι σου ως το δικό του. Τον παρακάλεσες να καταπιεί μια κουταλιά "για-πάντα" για χάρη σου κι εσύ με τη σειρά σου σφήνωσες το χειρότερό σου βόλο στο ρουθούνι του Μπενίτσιο ντελ Τόρο για να τον ευχαριστήσεις.
Οι Δίδυμοι σε βρήκαν. Ίσα που πρόλαβες να χαιδέψεις τους γκρίζους κροτάφους του, πριν θολώσουν τα γυαλιά του.



* Ο τίτλος είναι εύρημα του ΜιΠιΆλφα-ΜιΠιΓιώτα.





Δεν υπάρχουν σχόλια: