Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

Our Own Private Galactica

Και ήταν τότε που μας κυνηγούσε εκείνος ο μετεωρίτης. Και τρέχαμε. Και τρέχαμε. Και σκίζαμε τις φτέρνες μας σε σκουριασμένα κονσερβοκούτια. Τα σκουπίδια ήταν η μοναδική μας περιουσία. Τ' αγκαλιάζαμε σφιχτά και συνεχίζαμε να τρέχουμε. Και τ' αγκαλιάζαμε τόσο σφιχτά που οι πλαστικές βιοδιασπώμενες σακούλες τρυπούσαν και τα κωλόχαρτα έβαφαν καφέ τα μάγουλά μας. Τα φρύδια μας γίνονταν γκρι από τις στάχτες, καθώς μπουκώναμε με αποτσίγαρα τα άδεια, πεινασμένα μας στόματα. Και τρέχαμε. Και σκοντάφταμε τσιμεντένιες κολώνες. Και σπάγαμε τα σάπια δόντια μας. Και γλείφαμε ο ένας τα αίματα του άλλου. Χωρίς ν' αφήνουμε στιγμή τα σκουπίδια από την αγκαλιά μας. Και ο μετεωρίτης πλησίαζε. Και μια αρμάδα μοβόρικων αστεριών μας τσουρούφλιζε τα μαλλιά. Καιόμενα κρανία. Και κάποια από τ' αστέρια τρύπωναν πρωτοβουλιακά μέσα στα ρούχα μας. Μέσα στα βρακιά μας. Και πραγματοποιούσαν φονικές εκρήξεις. Και άφηναν πίσω τους φλεγόμενα μουνιά. Και άφηναν πίσω τους φλεγόμενους πούτσους. Και τρέχαμε. Και τρέχαμε καθώς ο ιδρώτας πότιζε τις πληγές μας. Και ο μετεωρίτης κέρδιζε έδαφος. Και τρέχαμε καθώς χάναμε τις περιουσίες μας. Μπανανόφλουδες και σερβιέτες σκορπίζονταν στο χωματόδρομο. Και κάποιοι από μας πέφταμε μέσα στα εντόσθια των νεκρών συντρόφων μας. Και πασαλειβόμαστε μαύρο αίμα. Και σηκωνόμαστε ξανά. Και τρέχαμε. Και το φεγγάρι. Και ο ήλιος. Και ο μετεωρίτης είχε ρουφήξει το φεγγάρι και τον ήλιο. Και ο μετεωρίτης πλησίαζε ολοένα και περισσότερο. Και 'μεις πλησιάζαμε προς τη θάλασσα. Την κόκκινη θάλασσα. Και τραγουδούσαμε. Και τραγουδούσαμε όλοι μαζί :"αλάτι ψιλό/ αλάτι χοντρό/ έχασα εμένα και ψάχνω να με βρω". Και τρέχαμε. Και ανεβήκαμε στην ξύλινη εξέδρα. Και η εξέδρα κατέρρευσε. Και πέσαμε στην κόκκινη θάλασσα. Και ο μετεωρίτης εξερράγη πίσω μας. Στη συρμάτινη αλάνα του μεγάλου Πουθενά. Εκείνη τη φορά θυμάμαι τη γλιτώσαμε.

1 σχόλιο:

kariolaki είπε...

"κι εμενα μ' αρεσει στον παραδεισο!"


πολυ ωραιο κειμενο.

ξεχυνεται σαν εμετος.





kai thanx!