Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

3 iron

 
Θυμάμαι την Τζουν Σάλιντζερ να βγαίνει τρελαμένη από τη μονοκατοικία της Κληφτ Λέην, αριθμός 29. Φορούσε το ροζ πουλόβερ. Αυτό. Τίποτα άλλο. Οι ροζ ρώγες της έμοιαζαν αναιδείς καθώς κσεπετάγονταν από την αραιή πλέκση του ρούχου. Το μουνί της μια κατάμαυρη φυλλωσιά που θρόιζε κάθε που φυσούσε. Το λευκό αμερικάνικο δέρμα της ήταν ντυμένο πορτοκαλί φακίδες και κσανθό χνούδι. Τα νύχια των ποδιών της ήταν κατακόκκινα, φαγωμένα στις άκρες. Στεκόταν στο βρεγμένο πεζοδρόμιο. Την περασμένη νύχτα έβρεχε δίχως σταματημό. Η αριστερή της πατούσα βυθίστηκε σε μια λακούβα με βρωμόνερα. Τα γόνατά της έτρεμαν. Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα αν αυτό το τρέμωλο προερχόταν απ' το κρύο ή απ' τη σύγχυσή της. Τότε άρχισε να τραγουδάει το Waltzing Matilda. Στην αρχή πσιθυριστά. Έπειτα ουρλιάζοντας μπροστά απ' τη βοκαμβίλια της Νάνσυ Σέπαρντ. Μερικές στιγμές αργότερα τη θυμάμαι να προσπαθεί να χορέπσει βαλς με το γραμματοκιβώτιο του γερο-Φλάναγκαν. Τελικά το έρικσε κάτω. Ο γερο-Φλάναγκαν κσύπνησε. Βγήκε τρέχοντας στην αυλή. Τον άκουσα που της φώνακσε: [μωρή βρώμα θα χώσω την πσωλή μου τόσο βαθιά στον κώλο σου, που θα σου βγει απ' το στόμα]. Η Τζουν Σάλιντζερ πέρασε ατάραχη στο απέναντι πεζοδρόμιο. Οι γάμπες της είχαν γεμίσει λασπερές πιτσίλες. Τα μαλλιά της φαίνονταν βρεγμένα. Δεν μπορούσα να δω τα μάτια της, οι αφέλειές της τα έκρυβαν. Μου φάνηκαν υγρά, αλλά πάλι ίσως να 'ταν το πσιλόβροχο. Κσάπλωσε στο καπό της Μπιούικ του Μάικι Σμητ. Νομίζω πως αποκοιμήθηκε για λίγο. Αργότερα αποφάσισα να βγω απ' το σπίτι μου. Στάθηκα μπροστά στο σαράβαλο του Σμητ. Στάθηκα μπροστά στα ορθάνοιχτα πόδια της Τζουν. Στάθηκα μπροστά στο βρεγμένο μουνί της Τζουν Σάλιντζερ. Χάιδεπσα το μουνί της με τον αντίχειρά μου. Άνοικσε τα μάτια της. Είχε κσεραμένο αίμα γύρω απ' τη μύτη. Ανασηκώθηκε. Αν δεν κάνω λάθος ήταν ακριβώς τότε που πσέλλισε: [θα ήθελες να με γαμήσεις;]. Ειλικρινά δεν μπορώ να θυμηθώ τι απάντησα. Μπορεί να μην είπα τίποτα. Ναι, το πιθανότερο είναι πως δεν είπα τίποτα. Τη γάμησα πάνω στην Μπιούικ του Σμητ. Μας είδε η Ρουθ Άμπρααμς που έβγαλε βόλτα τα 2 λαμπραντόρ της. Έχω την εντύπωση πως πέρασε και η Κάθυ Χηκς, αλλά ήταν πολύ σκνίπα για να πάρει χαμπάρι τι γίνεται. Όταν έχυσα πάνω στο ροζ πουλόβερ, είπε: [τη στιγμή που το ατμοσίδερο του άνοιγε το κεφάλι στα δύο, σκεφτόμουν πως θα έπρεπε να τρίπσω το παρκέ για ώρα. Το αίμα βγαίνει δύσκολα απ' το παρκέ κσέρεις. Τελικά δεν το έκανα. Δεν το έτριπσα το παρκέ. Ίσως και να χάσει για πάντα τη γυαλάδα του. Εσύ, τι λες;]. Εγώ της πέτακσα κάτι του στυλ: [Τζουν κόπσε τις μαλακίες]. Κούμπωσα το παντελόνι μου και γύρισα σπίτι.

3 σχόλια:

rocka είπε...

επιθυμητικό και μια γροθια για τέλος

Buchmendel είπε...

"Σε κάθε χαοτικό σύμφυρμα που καλείται μεγαλούπολη βρίσκονται πάντα, ενσταλλαγμένα εδώ κι εκεί, λιγοστά μικρά θραύσματα που, σε μιαν ελάχιστη επιφάνεια, καθρεφτίζουν ένα και το αυτό σύμπαν, αθέατο για τους πολλούς, πολύτιμο μονάχα για τους γνώστες, τους αδελφούς στο πάθος."

Ιερώνυμος Μονκ είπε...

Άκουσε από κοντά
την καρδιά μου πώς βροντά
πώς βροντά και μπουμπουνίζει
τον καιρό πώς φοβερίζει

Έλα δες από κοντά
η καρδιά μου πώς γλεντά
με νταούλια και ζουρνάδες
στους απάνω μαχαλάδες

Φύγε, φύγε μακριά
να μη σκάσει η καρδιά
και γεμίσουνε μεράκια
οι αυλές και τα σοκάκια

Τη δική μου την καρδιά
περγελούνε τα παιδιά
και τη βάνουνε στη μέση
που φορεί στραβά το φέσι

Η καρδιά μου αγαπά
το κορίτσι του παπά
που 'καμε φτερά τα ράσα
και πετά ωσάν τη φάσα

Την καρδιά μου την πουλώ
σ' έναν ατσίγγανο τρελό
τη στολίζει σαν μουλάρι
και την πάει στο παζάρι

Την καρδιά μου την πουλώ
ένα γέλιο το κιλό
μόνο μην τηνε ζυγίσεις
κι άθελά σου τη ραγίσεις

Την καρδιά μου την πετώ
όπως το χαρταετό
δίπλα στο Θεό να στέκει
να κρατεί τ' αστροπελέκι

Την καρδιά μου τη μισώ
που το άλλο της μισό
χρόνους ψάχνει και ζαμάνια
στ' ουρανού τα μεϊντάνια

Τη φτωχή μου τη καρδιά
θα την κλείσω μια βραδιά
μες στο κρουσταλλένιο δάκρυ
που 'χεις στων ματιών την άκρη