Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

η επέλαση της γκλόριας

κοιτάζω τη φωτογραφία του παππού μου από το ναυτικό. αυτή που έχει αγκαλιά τη γιαγιά μου. η γιαγιά μου έχει το ίδιο απλανές βλέμμα εκσήντα χρόνια μετά. και τραβάω μαλακία. είμαι κλειζμένος στο μπάνιο τώρα και τραβάω μαλακία. κάθομαι στο πάτωμα. είναι πλαστικό και γκρι. και στηρίζομαι στο πλυντήριο. εκσωγήινη συσκευή. ό,τι σκατίλα του πετάς την καθαρίζει. μια φορά όμως που είχα κσεροχύσει στον ύπνο μου και πέτακσα το σώβρακό μου μέσα, δε βγήκε καθαρό. και μετά για δύο μέρες κυκλοφορούσα παρέα με τα χύσια μου. και συνεχίζω να τον παίζω και είναι ζεστά εδώ μέσα. σα να έρχεται το τέλος του κόζμου. είμαι μόνοζ με την παλάμη μου. και ο κόζμος τελειώνει. και οι από κάτω τσακώνονται. και με τα αλβανικά τους γαμωσταβρίδια μου σηκώνεται. και όσο ακούω τον κωλόγερο του δεύτερου να μιλάει στην τηλεόραση χαϊδεύω τ' αρχίδια μου. πχιο γρήγορα. όχι πχιο αργά. πονάει το χέρι μου. πονάει το χέρι μου όταν σκέφτομαι πόσα βράδια δε μ' αναζήτησες. που δε μ' έπσακσες λέω καθώς κάπχοιοι μαχαιρώνονταν. καθώς έμπαινα στο τρόλευ και δε σου έριχνα ματχιά. καθώς  ανέπνεα δίπλα σε ένα πσευδό πεντάχρονο που πατούσε το κορδόνι απ' το παπούτσι μου. μουδιάζουν ρε συ κάποτε τα δάχτυλά μου, μα δε σταματώ να τον παίζω. ζεσταίνομαι. συνεχίζω. και καθώς πνίγομαι συνεχίζω. το πλήθος είναι ώρες που με κατασπαράσσει. είμαι πρηζμένος και χοντρός. είμαι κουραζμένος. άυπνος. το πλήθος όμως με τρώει κομμάτι κομμάτι. και κομματιαζμένος όμως παιγαινοφέρνω τον πούτσο μου. θυμάμαι και το συμμαθητή μου το γιώργο που ακούγαμε ντορζ. τότε που νόμιζα πως ο βαλ κίλμερ είναι ο τζιμ μόρισον. ο γιώργος ήταν κουλ. μιλούσαμε και στο τηλέφωνο. καμιά φορά τις παίζαμε άμα ακούγαμε το γκλόρια. ο γιώργος τότε πηδιόταν με μια δέκα χρόνια μεγαλύτερη που 'χε λεφτά και τον έφερνε σχολείο με ένα ασημί αμάκσι. τρία χρόνια μετά το σχολείο ο γιώργος πέθανε σ' ένα ασημί αμάκσι. δεν κρατήθηκα. τον έπαικσα τότε θυμάμαι πάνω από τη χέστρα του πατρικού μου. σκουπίστηκα με το μπουρνούζι της μάναζ μου. το μπάνιο είναι το σπίτι μου. είσαι τόσο απορροφημένος στα χίλια δύο και δεν καταλαβαίνεις πως κολλάνε τα χύσια μου στο γκρι πλαστικό πάτωμα. σε έχω κσυπνήσει πολλά βράδια για να σου πω ότι φοβάμαι. δε μ' άκουσες και πήγα στο μπάνιο και τράβηκσα μια μαλακία. μετά με πήρε ο ύπνος στα χύσια μου απάνω. και κόλλησαν στο πρόσωπό μου. στα μαλλιά μου. και το πρωί όταν πήγα να πάρω τσιγάρα αυτά δεν είχαν  φύγει και ο πσιλικαντζής μου κλεισε το μάτι και μένα να πούμε μου κλεισε το στομάχι. και μετά έκλεισα το παντζούρι και έκλεισα γενικώς. και τώρα που νομίζω κοντεύω να χύσω, θα τυλίκσω τον πούτσο μου με το τηλέφωνο της μπανιέρας. δε θα χύσω όμως. γι' αυτό θα τυλίκσω στο λαιμό μου το τηλέφωνο της μπανιέρας καθώς θα κόβω τις φλέβες μου, θα παίζω το παπάρι μου και θα τραγουδάω βαγγέλη παπαθανασίου. πεθαίνω. θα πεθάνω. πέθανα τώρα δα.

4 σχόλια:

Исидоре είπε...

Πολλή μαλακία ρε αδερφάκι μου.

отчаянный гормон είπε...

future bright ahead.-

Raggedy Man είπε...

Εμπνευσμένο... Σοβαρά...

συγγρος είπε...

τελεια γνωση της ανδρικης πσυχολογιας!
ευγε