Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Ένα τσικ πίσω

- Να τον νοικιάσουμε σ'ένα τσίρκο, όπου πιθανότατα θ' ανοιγοκλείνει τα βλέφαρα και θα κάνει ότι αναπνέει. Έτσι πσιθύρισαν αυτοί μέσα στη βωβή αίθουσα του ύπνου.
Ο Λάρυ στο άκουζμα αυτής της πσιθυριστής πρότασης, κρύφτηκε κάτω από το τραπέζι. Έσφικσε τα δόντια και χάιδεπσε τη χνουδωτή ελιά που 'χε στον αστράγαλο. Έμεινε 'κει χάμω ώσπου τον έπχιασε λόκσυγγας. Όταν κσεμύτισε οι δύο πελώριοι χαρτογιακάδες είχαν απομονωθεί στην αίθουσα του πινγκ-πονγκ. Και καθώς η κοιλιά του έκανε τσίκι-τσίκι, το 'σκασε απ' το φτωχοκομείο. Κρύφτηκε μες στο φορτηγό με τα γάλατα. Ήπχιε κι ένα με χαμηλά λιπαρά. Κατέβασε το πλεκτό σκουφί του ως τ' αφτχιά. Ίσα κι ίσα έβλεπε κατιτίς. Το παλιοπαντελόνι του 'πεφτε και κάθε τρεις και λίγο το πατούσε κι έτσι σκόνταφτε. Για μια στιγμή του πέρασε απ' το μυαλό να το κσεφορτωθεί, μα είχε παγωνιά και δε θα κατάφερνε να κάνει πολλά βήματα. Το σούρουπο ο Λάρυ διέσχισε την πσηλή γέφυρα που 'χε δυό αγγέλους στο τέρμα της ή στην αρχή της, αναλόγως πως τηνε κοίταζες. Έρικσε και μια χλέπα στο μεγάλο ποτάμι που κυλούσε κάτω από την πσηλή γέφυρα. Λίγες στιγμές πχιο μετά έφτασε στην πόρτα του άλλου φτωχοκομείου. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του. Και καθώς η κοιλιά του έκανε τσικ-τσίκι-τσικ, το αριστερό μεγάλο δάχτυλο ποδιού κσεπήδησε απ' το παπούτσι. Και καθώς η κάλτσα του ήταν τρύπχια, χώθηκε φουργιόζικα σε μια χιονιστή μπάλα. Τουρτούρισε μια στάλα. Χτύπησε το κουδούνι με δύναμη. Μια παλιόγρια άνοικσε και τον έδιωκσε τον Λάρυ, γιατί δεν υπήρχαν αδειανά κρεβάτχια. Αύριο πάλι. Έπειτα βγήκε στη μεγάλη λεωφόρο. Έπεσε πάνω στην Κάντυ. Έτρεχε αίμα από τη μύτη της. Μετά πήγαν στο σπίτι της Κάντυ, σ' έναν παράδρομο της μεγάλης λεωφόρου. Ο Λάρυ στάθηκε απέναντί της. 
- Σ' αυτό το σημείο; αγγίζοντάς την.
- Όχι. Όχι εκεί.
- Εδώ;
Μετά έπχιασε σιγανή βροχή και δεν άκουγαν τίποτα άλλο μόνο τη στέγη που έκανε τσικ-τσίκι-τσικ-τσίκι. Κι αν ήταν το δικό του αίμα ή το δικό της αίμα; Τον έσπρωκσε τον Λάρυ κι έπεσε από τη σκάλα και έφυγε τρεχάτη και τον άφησε η Κάντυ.     





                                                         ο Λάρυ καθώς εγκατέλειπε το σπίτι της παλιοκάντυ.                                                         θα της τηλεφωνούσε αργότερα για να πάει να τον βρει σε καμιά εκκλησία και να του χαέπεσει τα καφέ μαλλιά του μέχρι να τον πάρει ο ύπνος.-

Δεν υπάρχουν σχόλια: