Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

ζενερίκ

" Γέρο Σαλ! Σαλ! Μπάρμπα Σαλ! Κοκαλιάρη Σαλ! Μούμια! Σαλ! Σαλ! Άνοιξε ρε γέρο που να σε πάρει ο διάλος! Σαλ! Μπαίνω ρε! Μούμια, δε χτυπάω ρε. Γυρνάω το κλειδί της εξώπορτας. Και η πόρτα ανοίγει χούφταλο. Τραβάω και τη σίτα. Ρε μπάρμπα αυτό είναι εντελώς τρύπιο. Φτηνόπραμα. Στο σαλόνι είσαι Σαλ κατεργάρη! Ακούω εγώ το μπράντυ που στάει στο λαρύγγι σου Σαλ κατεργάρη. Στο σαλόνι την έχεις πέσει ραμολί του ελέους, ε; Ρε τσέχικη μούμια πως είσαι έτσι; Μου λες πως είσαι έτσι;! Ξυρίσου ρε, η μουστάκα σου έχει εξαφανίσει το στοματάκι σου το φαφούτικο. Όχι, ότι είχες και τίποτα να μας πεις δηλαδή, αλλά να κρίμα να μη βρίσκεις και τα χείλια της μποτίλιας, ε;! Θα σωριαστώ στην πολυθρόνα που σου χάρισε η γριά Ντέηβις για τους μεντεσέδες που της έφτιαξες, εντάξει πονηρούλη Σαλ; Εννοώ, είσαι εντάξει μ' αυτό; Με μένα να θρονιάζομαι απέναντι από σένα και το μπράντυ σου. Κατεργάρη, δε μιλάς. Ζέχνει ρε γέρο δω μέσα. Γαμώτη μου ζέχνει. Τα κάτουρα ζέχνει από τα παλιοπράματα που κουβαλάς δω μέσα. Τις γάτες. Έξω να τις πάς. Έξω καλύτερα.Έξω τις έχω κι 'γω. Εκεί στη μάντρα, έξω τις πάω. Τις γάτες λέω. Στη μάντρα βέβαια μοναχά έξω έχει. Πουθενά μέσα. Ακούς ρε σαφρακιασμένε ή τζάμπα τα λέω; Δύο έχω τώρα, τις άλλες τις ξεπάστρεψε η Πόλλυ Μαγκού, γιατί λέει έκαναν κακό στο κάρμα της. Δεν της είπα τίποτα, αλλά της το φυλάω της παλιογεροντοκόρης. Ακούς, της το φυλάω! Που λες... Μίνι και Μόσκοβιτς λένε τα γατιά. Τις ταϊζω ό,τι σκατά τρώω κι 'γω. Και κατουράνε έξω. Έξω απ' το σαράβαλο που κοιμάμαι τα τελευταία βράδια. Απ' το παράθυρο του συνοδηγού πηδάνε δηλαδή και πάνε στην μπροστινή ρόδα, την αριστερή και κατουράνε. Για να λέμε την αλήθεια γέρο μου, μπροιστινή ρόδα δεν υπάρχει. Η Μίνι και ο Μόσκοβιτς κατουράνε εκεί που κάποτε υπήρχε μπροστινή αριστερή ρόδα. Μη με ρωτήσεις που χέζουνε τα ζωντανά, δεν ξέρω. Μα θα πρέπει να χέζουν κάπου, έτσι δεν είναι; Τί λες; Εννοώ, με τόσα σκατά που τρώνε... Προσωπική τους υπόθεση. Κι 'γω. Μπροστά τους δε χέζω, κρατάμε τους τύπους. Εννοώ, δε θέλω να τ' αμολάω σε μπροστινές ή πισινές ρόδες ή έστω εκεί που κάποτε υπήρξαν μπροστινές ρόδες. Στο λόφο πάω για τη δουλειά. Δε φτυαρίζω ή τίποτα τέτοιο. Αγκαλιάζω έναν βράχο. Κολλάω το μάγουλό μου πάνω του κι έπειτα ανακούφιση. Τ' ακούς λιγδιάρη; Ανακούφιση. Μετά αν συνεχίζει να είναι πρωί, κατηφορίζω απ' την άλλη μεριά του λόφου και πάω στους γέρους μου. Σαλ, φυματική μούμια, οι γέροι μου είναι πιο γέροι κι από 'σένα. Ακούς Σαλ, πιο γέροι ακόμη κι από 'σένα. Με άσπρα μαλλιά και σταφιδιασμένα πρόσωπα, ξέρεις. Η μάνα μου τα 'χει πάιξει τελείως. Εννοώ, δεν επικοινωνεί και τέτοια. Ξέρεις που κοιτάζει πέντε ώρες το χριστουγεννιάτικο τραπεζομάντηλο της κουζίνας με την ίδια προσήλωση που κοιτάζει και τον όσιο αρχίδη που 'ναι κρεμασμένος πάνω απ' το κρεβάτι της. Τρελή. Συρρικνωμένη κι επικίνδυνη. Κυκλοφορεί με τη μουσταρδή, αυτήν την τριμμένη ρόμπα που 'χει απ την εποχή του Γαλιλαίου. Κρατάει την τσάντα της και ένα άδειο λιβανιστήρι. Και ξέρεις, ρε Σαλ τσέχικο ρεμάλι, μουρμουράει όλο μουρμουράει φαφούτικα και καλασμένα σαν το βηματισμό της κατσαρίδας που βγαίνει απ' τ' αδεινό τρομπόνι ενός νεκρού. Πες τίποτα ρε θείο. Πολύ μούγγα κι ιστορία μας το παίζεις σήμερα. Ξεδοντιάρα είναι η μάνα μου. Από αυτήν το πήρα. Τ' απογέματα κάθεται στη χωματερή δίπλα από το σπίτι και μασουλάει σταφύλια και μετά φτύνει το απέξω μέσα στο πορσελάνινο πιάτο με τα τρία παπάκια στην άκρη. Κι έπειτα ξεδιαλέγει τα πιο ζουμερά φτυμένα απ' το σωρό, τα ξαναβάζει στο στόμα και τα ξαναφτύνει και αυτό θα μπορούσε να συμβαίνει για πάντα, αν δεν την έφτυνε στη μάπα ο γέρος μου. Δε μιλάνε πια. Τ' απογέματα τη φτύνει όπου βρει και την υπόλοιπη μέρα της χώνει κλωτσιές στον κώλο. Εννοώ, στο μέρος που κάποτε συνήθιζε να 'χει για κώλο. Μια σκατοσακούλα έχει τώρα. Κρέμεται δίπλα στο πλευρό της, το δεξί. Κάθε φορά που κλάνει μοιάζει να 'χουν ανοίξει οι πυλές της αβύσσου. Επειδή, εγώ είμαι ο γιός. Ο ένας γιός. Ο τελευταίος γιός. Ο μοναχικός μοναδικός γιός. Ο εκλεκτός. Ο εκλεκτός και μόνο αυτός αλλάζει τη σκατοσακούλα Σαλ. Δε δέχτηκα αυτήν την κληρονομιά. Κι ας βούρκωσε κι ας παραμίλησε κι ας με καταράστηκε στον όσιο αρχίδη. Την παράτησα μες στα σκατά της γέρο μου. Παρατάω τη σακούλα της ξέχειλη στη νερουλή κουράδα και φεύγω. Αφού έχω ποτίσει την περουβιανή μπιγκόνια, καθώς εκείνη ουρλιάζει, καθώς ο γέρος μου την πάει κλωτσοπατινάδα. Και φεύγω μπάρμπα, γιατί η Μίνι και ο Μόσκοβιτς με περιμένουν για την καθιερωμένη παρτίδα ντόμινο στο πίσω κάθισμα της Πακάρ, που παράτησε ο μακαρίτης ο Λόουελ Μάντισον. Για πολλές ώρες μετά ανταριάζομαι στομαχικώς και στραγγίζει το στόμα μου από σάλιο, καθώς τη σκέφτομαι. Τη γριά μου, καθώς τη σκέφτομαι Να μπήγει τα μυτερά, κίτρινα νύχια των ποδιών της στις σομόν ποαντόφλες. Αυτές τις χνουδωτές που ζέχνουν κάτουρο δικό της. Νεκρή τη σκέφτομαι, μ'αυτά τα μυτερά και κίτρινα νύχια να ξύνει το φέρετρο και κείνα να μακραίνουν και να μακραίνουν, να ξεμακραίνουν. Σαλ, να σπάνε το φέρετρο και να φτάνουν στο κρεβάτι που κοιμάται ο γέρος μου και να τυλίγονται γύρω απ' το λαιμό του και να τον πνίγουν. Να τυλίγονται γύρω από τον πλισέ λαιμό του και να τον πνίγουν. Εκείνος είναι παραμορφωμένος. Εννοώ, του πετάει ένα μυστήριο εξόγκωμα απ' την κοιλιά. Κοίλη. Έτσι δεν το λένε ρε τριτοηλικιακή λέρα; Και το μισό του πρόσωπο είναι καλυμμένο μ' ελιές. Ξέρεις θείο, κάτι νύχτες που είμαι ξάπλα στο καπό της Φορντ της μακαρίτισσας της Αννίτας Γουόντερλυ, λέω πως, πως λέω ρε γέρο βγήκα από αυτά τα δύο εκτοπλάσματα λέω. Μετά ανατριχιάζω καθώς φέρνω στο νου μου το μουνί του εκτοπλάσματος με τη σκατοσακούλα. Εννοώ, όσα καντάρια μπράντυ και να πιείς μπάρμπα δεν μπορείς να χωνέψεις πως το εκτόπλασμα χωρίς κώλο έχει μουνί. Ξέρεις Σαλ από μικρός πίστευα πως η είσοδος της κόλασης είναι το μουνί της μάνας μου. Εννοώ Σαλ, είμαι κι 'γω εκτόπλασμα. Είμαι λες; Επειδή έχω κάνει και δύπο χρόνια στο κολλέγιο, είμαι λέω. Εννοώ, άμα δεν έχεις διόλου δόντια και μένεις σε νεκροταφείο αυτοκινήτων, είσαι. Δεν είσαι; Εκτόπλασμα. Μη τη βγάζεις στη μούγγα ρε γέρο! Σπίκαρε κάνα φωνήεν! Τις νύχτες που ακόμη και η Μίνι και ο Μόσκοβιτς μολογάνε πως είμαι γαμημένο εκτόπλασμα, γλιστράω κάτω από τη μάσταγκ του διαολεμένου του Πήτερ Λόρρε και μένω εκεί χάμω ακίνητος στα σκοτεινά. Ακίνητος. Με σφιγμένα χείλια, ακίνητος. Με τις γροθιές σφιγμένες και ακίνητος. Τότε απαγγέλω βαθιά, πολύ βαθιά μέσα στην κοιλιά μου. Στίχους λέω, γιατί έχω περάσει και δύο χρόνια απ' το κολλέγιο. Μέσα στην κοιλιά μου βαθιά, πολύ βαθιά στίχους λέω του Νίκου Καρούζου, στίχους λέω πνιγμένους στην αιθυλική αλκοόλη και στα γαστρικά υγρά. Τον ξέρεις τον Νίκο Καρούζο μούμια; Μόνο το πρωί γλιστράω στο τιμόνι της μάσταγκ και οδηγώ. Δεν είμαι εκτόπλασμα λέω τότε, μόνο ξεδοντιάρης. Και σήμερα γέρο ήτανε ένα απ' αυτά τα πρωινά, αλλά διαφορετικό. Οδήγησα τη μάσταγκ και λέω γέρο. Αυτό ακριβώς είπα. Και άκου. Βαριέμαι, αυτό ακριβώς είπα. Βαριέμαι, είπα. Να τρίβω τις σάρκες μου στα ξεντεριασμένα καθίσματα αυτοκινήτων πλάι στην Μίνι και τον Μόσκοβιτς. Να βαριανασαίνω μες τη σήψη της γριάς μου. Να πεταρίζω τα τσιμπλιασμένα βλέφαρά μου στη θέα των αστραγάλων της Μαρί Μακφί απ' το κολλέγιο. Και δε με νοιάζει που είμαι τσιμπλιάρης θείο. Εννοώ, οι πράσινες μικρές βλέννες δίνουν λίγο χρώμα στο αναιμικό μου πρόσωπο, βρίσκεις; Είναι που η καρδιά μου χτυπάει πολύ αργά. Ακόμη κι όταν σκέφτομαι τον Νίκο Καρούζο η καρδιά μου χτυπάει αργά. Εννοώ, ποτέ δεν έκανε εκείνη τακ-τακ-τακ, αλλά και αυτό το τικ-τίποτα-τίποτα-τικ, με κούρασε. Γι' αυτό σου λέω Σαλ. Θα γίνει αυτό που κατέβασε η γκλάβα μου τις προάλλες που ξύπνησα στην Μπιούικ του μακαρίτη του Γιοχάνες Ντράγιερ. Γέρο, κάνε στην άκρη τις τρίχες που 'χεις στ' αυτιά και άκου. Χωρίς την Μίνι και τον Μόσχοβιτς, θα πάμε στην άλλη άκρη της πόλης οι δυό μας. Εννοώ, εσύ κι εγώ στην άλλη άκρη της πόλης. Σ' ένα εργαστήριο μπροστά θα σταθούμε. Εργαστήριο που φτιάχνει εμφυτεύματα δοντιών. Εννοώ, αυτούς που γεμίζουν με λευκά τετράγωνα τον κόσμο. Άκου ρε σαφρακιασμένε ασβέ, θα μπούμε μέσα στου δόχτωρ Κλούγκε το εργαστήρι με τα δόντια και 'γω θα βγάλω απ' τη σακούλα ένα στουπί. Εννοώ, ενα στουπί, ε; Εσύ θα το ανάψεις γέρο, μπήκες; Θα το ανάψεις.Και θα το κάψουμε. Να μπουρλοτιάσει. Θα μπαρουτοκαπνιστούν τα λευκά τετράγωνα Σαλ! Μπήκες; Ε; Μπήκες μούμια;! Στάχτες όλα. Ολική καταστροφή λευκού. Γαμημένο μαύρο. Ακούς κοπρίτη; Ρε ξεδοντιάρη δως μου μια γουλιά απ' το φαρμάκι που ρουφάς. Τι παριστάνεις ρε τον ψόφιο ασβό; Θα μπουρλοτιάσει ρε. Στάχτες όλα. Ακούς ρε κατεργάρη;! Σαλ;! Σαλ;!  Μ' ακούς; Σαλ;! Σκατά."




1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

https://youtu.be/uVeKIroLwQE?list=PLCF93A3601AC09CE0