Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

Μύγα

- Αδηφάγα πείνα για εμπειρία ονομάζεται η πάθησή σας, αναφώνησε περιχαρής ο παθολόγος.
Εκείνη άφησε ένα χαρτονόμισμα των 50 στο λευκό γραφείο και απομακρύνθηκε στις μύτες των ποδιών της.

Εκείνη το ήξερε εδώ και πολύ καιρό. Η πείνα της όμως αυτή παρέμενε ανικανοποίητη. Η πειναλέεα της όψη γινόταν αποκρουστική στους άλλους. Ήταν νηστική από φόβο. Κάθε που γύριζε σπίτι με μια καινούργια εμπειρία έχανε το μυαλό της. Σταμάτησε την περισυλλογή εμπειριών και πέρασε στη φάση της αβυσσαλέας πείνας. Οι παρενέργειες δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Άλλοτε εσωστρεφής και άλλοτε άγαρμπα και αγρίως εξωστρεφής. Κάθε της σκέψη μια κουτσουλιά στο παρμπρίζ του προσώπου της. Η μοναξιά και η μιζέρια της μούδιαζαν το μέσα της. Η παραμικρή παρέκκλιση από την καθημερινή της ρουτίνα μπορούσε ν' αποβεί μοιραία...

Πρωινό ξύπνημα το μεσημέρι. Κατανάλωση μεσημεριανού φαγητού μεταμφιεσμένου σε πρωινό. Έπειτα καφές και στρίψιμο τσιγάρου, πριν το στρίψιμο της βίδας.
Τηλεόραση. Τη-λε-ό-ρα-ση. Τηλεόλεόλεό...λε.. λέρα.
Στο σημείο εκείνο κατέβαζε ρολά.

Διακοπή για πέσιμο ρεκλάμας.

Έπειτα ξεκινούσε το μπογιάτισμα της μούρης. Κραγιόν κατακόκκινο. Σαρκώδη χείλη, έπρεπε να τα τονίζει της είχαν πει. Πήγαινε στη δουλειά. Βουρκωμένη πάντα. Έφευγε πεινασμένη. Όταν επέστρεφε στο παλιό δυάρι ή αλλιώς στο παλιοδυάρι, διπλοκλείδωνε την μπλέ πόρτα και κλεινόταν στο μπάνιο. Έμπαινε με τα ρούχα στην μπανιέρα και πλενόταν με τα δάκρυά της. Ανεξάντλητα αποθέματα.
Πάντα ονειρευόταν ότι μπαίνει στο γαμώσπιτο και την περιμένει κάποιος... Κάποιος με μια μεγάλη αγκαλιά. Κάποιος με μια μεγάλη αγκαλιά που δε σιχαινόταν τις μύξες της...
Από μικρή τρελαινόταν γι' αγκαλιές. Χανόταν στις γενναιόδωρες, ασφυκτιούσε στις ματζίρικες.
Κανείς δεν υπήρχε ποτέ πίσω απ'ο την πόρτα εξόν -αγαπημένη λέξη της γιαγιάς- από τη Μύγα της. Μοναδική συντροφιά των τελευταίων εβδομάδων, η Μύγα. Παρουσία διακριτική. Ποτέ δεν έκανε ερωτήσεις. Μονάχα άκουγε και ενίοτε την άκουγε...
Όταν μασουλούσε τα βράδια δημητρικά απ' το κουτί, η Μύγα καθόταν στα πόδια της. Όταν ξεβαφόταν, την παρακολουθούσε από τον καθρέφτη. Όταν κουβαλούσε το λαπιτόπιον στο κρεβάτι της για να δει αμερικλανιές, εκείνη καθόταν αθόρυβα στην άκρη της οθόνης. Συζητούσαν ώρες ατέλειωτες. Τις ώρες που δεν είναι ώρες, που οι κόρες των ματιών γίνονται μια σταλιά, που η θολόυρα του μυαλού γίνεται ψυχεδελική μαστούρα...

- Βαρέθηκα!, έσκουξε και η Μύγα πετάρισε πανικόβλητη.

- Βαρέθηκα ετούτη την πόλη που μοιάζει με σκηνικό από ταινία του Ντάριο Αρζέντο. Βαρέθηκα να σκοντάφτω πάνω σε ζαβά ζόμπι. Βαρέθηκα να ψελλίζω τετριμμένα τσιτάτα. Βαρέθηκα να περιμένω να ζήσω και μετά να περιμένω να πεθάνω. Βαρέθηκα να είμαι το πιο μίζερο παιδί του σχολείου, της σχολής...του κόσμου... Η πεισιθάνατη, η αυτοκτονίαρα, η καταθληπτικιά. Αυτή που σε τρομάζει ή θέλει να σε τρομάξει για να την παρατήσεις. Βαρέθηκα να είμαι εκείνη που θέλει τρυφερότητα, μα ζητάει αρρωστημένη λαγνεία.

Ρούφηξε τη μύτη της. Πήρε τηλέφωνο τη μαμά να της πει πως Ναι και σήμερα έφαγε και Όχι δε χρειαζόταν λεφτά. Άνοιξε την ντουλάπα και έβγαλε από μέσα τον σάκο-για-ταξίδι. Πέταξε μέσα ό,τι βρήκε μπροστά της, μέχρι και το κουρδιστό τρενάκι της. Έβγαλε τις παντόφλες, έβαλε αθλητικά. Έκλεισε τη Μύγα της σ' ένα πράσινο χαρτόκουτο. Κατέβασε το γενικό διακόπτη και τα ρολά των παραθύρων...

Κλείσιμο μπλε πόρτας. Διπλοκλείδωμα.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

αυτό πρέπει να το πω: ξεκίνησα απογοητευμένος, συνέχισα γελώντας με την καρδιά μου και τέλειωσα(...)άφωνος-μαλάκας!

μπράβο βίκυ μου...

;-)

δ.