Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Σα Δίχως Αύριο



Στον Ουρανό του Τίποτα με Ελάχιστα

Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή

την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω

πώς κερδίζει πάντα αυτή

ενώ χάνουμε όλοι εμείς.

Πώς οι αξίες γεννιούνται

κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο

λειώνει:

σώμα.

Πεθαίνω μες στο νου μου δίχως ίχνος αρρώστιας

ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά

ανασαίνω κι ας είμαι

σε κοντινή μακρινή απόσταση

απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…

Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς

θα εφεύρει η ζωή

ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης

και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.

Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο·

πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις

τα πετάω.

Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω·

να φεύγουν τα περιττά λέω

να μπω στον ουρανό τού τίποτα

με ελάχιστα.


Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, 2005


2 σχόλια:

Ισίδωρος Λοτρέ είπε...

Μικρά καθημερινά θραύσματα από τις τζιτζιφιές

Καλημέρα Κατερίνα!

μοζαμΒίκυ είπε...

Κόμη του Λοτρέ, η νύχτα υπήρξε βασανιστικά μεγάλη και τερματίστηκε/ τραυματίστηκε με αναρίθμητα νεκρά φεγγάρια. Η επανεκκίνηση με νεκρά φεγγάρια επίσης. Το σώμα πονάει. Λες και έχω φάει ξύλο. Περισσότερο πονάει το μυαλό μου. Θέλω να κάνω shut off μα επιμένω σ’ ένα σαδιστικό refresh της ίδιας σελίδας. Κόμη Λοτρέ τα θραύσματα της Κατερίνας έχουν σκορπιστεί σ’ όλο το εύρος της Ιπποκράτους (κάτι ψηλά υπάρχουν και στη Μαυρικίου, μάλλον και στα Πατήσια). Σκέφτομαι τα γαλανά σου τα μάτια και ανάβω κι άλλο τσιγάρο. Ο καφές πικρός, τελείωσε η γαμημένη η ζάχαρη. Και τελικά ετούτη η άδεια κατσαρόλα σοφά εγεμίσθη. Θα ξυπνήσω το σαρκοβόρο κτήνος που υποθάλπω στη βουβωνική Χώρα, θα βάλω και αντηλιακό και θα πάω στη πλατεία Κ.
Πριν 2 χρόνια μια μπερλινέζα μου είχε δείξει το παραπάνω βίδεο, που μου απέστειλες, τότε είχα χαμογελάσει. Σήμερα θα ανάψω ακόμη ένα τσιγάρο.
Λαβωμένε Κόμη θέλω να καβαλήσουμε την πάπια σου και να χαθούμε στο φιλντισένιο γαλαξία της αγνής ηδονιστικής συντέλειας.