Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Ο Perry Como με κατούρησε

Σε σένα 'κει έξω που ακούς. Σα να σου κρατάνε το κεφάλι μες στα σκατά. Και συ να φωνάζεις [αφήστε με ρε καργιόληδες/ μου το σπάσατε/ τι άλλο θέλετε από μένα;]. Και κάτω από τα κοντοκομμένα νύχια σου, ξεραμένο αίμα 5 ημερών. Μαλλιά που μυρίζουν φαρμακείο. Το κεφάλι σου ήταν πάντα αρκούντως ευμεγέθες και σήμερα είναι βαρύ, με κλίση προς το κέντρο της γης. Έβγαλες το γουστόζικο λευκό κολάρο. Κεφάλι, που επιδιώκει την αυτονομία του. Επιθυμείς σφόδρα να ξεράσεις ελληνικές σημαίες μαζί με τις προχτεσινές φακές. Στοπ καρέ.
Παπούτσια και αίματα. Αίματα και παπούτσια.
Σαν το γιουσουρούμ της πλατείας Αβυσσηνίας, αλλά δίχως παζάρια.
Στάζεις μολυσμένα δάκρυα. Γιατί δε μας λες που πήγε η φημισμένη ευγλωττία σου; Κεκεδίζεις διαρκώς κλεμμένα λόγια. Αλλεπάλληλες ανατριχίλες συγκλονίζουν την κυρτωμένη ραχοκοκαλιά σου. Γιατί κλαις μέσα στο τρόλεϊ τη στιγμή που διασχίζεις την Πανεπιστημίου;
Μπήκες σ' ένα κτελ και μας την κοπάνησες γιατί πεθαίνεις σα χώρα λες.
Γιατί σε σκοτώνει να ξεστομίζεις το ρήμα [γίνομαι] σ' όλες τις πιθανές εκδοχές του;
[τι γίνεται έξω;/ τι έγινε πάλι ρε παιδιά;/ τι θα γίνει τελικά;/ έγινα φοβική;].
Ορυμαγδός ερωτήσεων. Απουσία απαντήσεων.
Καπνίζεις αρειμανίως. Νομίζεις πως μέσα στα δαχτυλίδια καπνού -τα οποία απ' τα 16σου έχεις την ψευδαίσθηση ότι πετυχαίνεις- θα χαθούν οι αγωνίες σου; Ο δανεικός φόβος σου καίει το ταλαίπωρο σωθικό σου. Οι μελανιές σου μέρα με τη μέρα εξαφανίζονται. Σε λίγο καιρό δε θα φαίνεται τίποτα.
Ο ιαχωβάς στο βαγόνι του τρένου φώναξε: [έρχεται η συντέλεια του κόσμου// metanoeite] .
Τότε είχες γελάσει με την καρδιά σου, κουφαλίτσα. Κι έπειτα, τούτη την άνοιξη στην κόλαση, αντίκρισες με μάτια πρησμένα τη συντέλεια του δικού σου κόσμου. Χωρίς μετάνοια Καμιά. Διέσχισες την Ομόνοια αυτό το απομεσήμερο του μάη. Οι κάλτσες σου έζεχναν [σύνδρομο καταδίωξης]. Το βομβώδες πλήθος δεν ήταν παρά μαχαιροβγάλτες. Ήθελες ν' αρπάξεις απ'το μπράτσο όποιον μετανάστη συναντούσες και να τον κρύψεις μέσα στο μπαούλο του θείου του Χαράλαμπου. Να μην τον βρουν.
Και έφυγες. Με το κορμί μαρκαρισμένο από [νεκρά φεγγάρια].
Γιατί απίθωσες το σαρκίο σου στο σκοροφαγωμένο κάθισμα του υπεραστικού λεωφορείου;
[Και ξέρεις είμαστε πια σ΄αυτήν την ηλικία που ενώ περπατάς στο δρόμο, μπορεί να δεις τον εαυτό σου να 'ρχεται να σε συναντήσει απ' το απέναντι πεζοδρόμιο].
Χάθηκες στο αχαϊκό ηλιοβασίλεμα καθώς ο Τζόνι έπαιρνε τ' όπλο του και ο Φράνκυ έπνιγε το μικρό αγόρι.
Και τελικά δε μας είπες...
Πως ξεκίνησαν όλα αυτά;


3 σχόλια:

ΒήταΛάμδα είπε...

πώς ξεκινησαν ολα αυτα;

τομοτοκούζι είπε...

κυρία κυρία νομίζω πως ξέρω την απάντηση,αλλά δεν θα την πω,θα αφήσω να την ακούσουμε στον κινηματόγραφο!
εσύ πότε θα πάψεις να με κάνεις κουρέλι με αυτά που γράφεις κάθε φορά?
μόλις διάβασα τον τίτλο έβαλα αυτόματα αυτό:http://www.youtube.com/watch?v=8V-E9cLfMT8 κι ύστερα διάβασα τις υπόλοιπες γραμμές..παμ παμ παμ..έτσι για να σε στοιχειώνει λίγο ακόμα..
εσύ μήπως ξέρεις να μου πεις πότε θα έρθει επιτέλους η Βέρα?

Ανώνυμος είπε...

-Υπάρχει ζωή πριν το θάνατο;
Αναρωτιόταν σήμερα το πρωινό τελευταίο βαγόνι. Και συμπλήρωνε κοιτάζοντας έναν τσάμπα-φλύαρο επιβάτη:
-Μιλάτε με το κινητό σε άλλους νεκρούς μέσα από τους καθημερινούς τάφους σας.
Ή κάπως έτσι.
Κι ύστερα το ποδήλατο ρώτησε:
-Τι, δεν άρχισαν όλα με την ατέλειωτη μακαρονάδα και τα φουσκωμένα στήθια μιας ερωτευμένης, δεκαεφτάχρονης παρθένας;
-Όχι... έτσι λέει ο ιεροκήρυκας, αλλά δεν τσιμπάω γω με κάτι τέτοια. Ούτε μ' αυτά, ούτε με τις μαλαγανιές του γιου ενός ιεροκήρυκα.
-Καταραμένε!

Σκονισμένο Ανοιξιάτικο Λιβάδι