Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

Κάποιο Singapore Sling

Και ξέρεις είναι η πρώτη φορά μετά από καιρό που ξυπνάω κανονικά το πρωί. Και το καταλαβαίνω. Όλα τα καταλαβαίνω. Δε χρειάζεται να ακουμπήσω το καυτό σίδερο στον καρπό μου για να νιώσω ζωντανή. Νιώθω την πρωινή ψύχρα και την απογευματινή κουφόβραση. Συνειδητοποιώ πως λειτουργούν κανονικά και οι 5 μου αισθήσεις. Μπορώ και κλαίω. Μπορώ να γελάω και μετά να χαμογελάω. Μπορώ να περιφέρομαι μέσα στην αστική μιζέρια χωρίς ν’ ανοίγω την πολύχρωμη ομπρέλα μου. Δε χρειάζεται. Είμαι εγώ πολύχρωμη. Συνειδητοποιώ ότι έχω όλα τα βασικά χρώματα. Είμαι στη διαδικασία που τ’ ανακατώνω και δημιουργώ καινούργια. Δεν ήξερα πως υπάρχουν. Και τραγουδάω ξανά στο μπάνιο όλο μου το χρόνιο ξεχασμένο ρεπερτόριο, από Dusty Springfield μέχρι Ρίτα Σακελαρίου. Και το χοροπηδηχτό μου περπάτημα στο δρόμο απέκτησε νόημα. Ως και το σιδέρωμα των σεντονιών απέκτησε νόημα. Μολαταύτα, το στρώσιμο του κρεβατιού θα μείνει για πάντα κενό νοήματος. Περπατάω, φτύνω, ρεύομαι, φωνάζω, δακρύζω, οργίζομαι, μαγειρεύω, σφυρίζω, σφουγγαρίζω σε πραγματικό χρόνο. Όλα συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο. Συνειδητοποιώ τι σημαίνει να ζεις σε πραγματικό χρόνο. Ρε συ είναι ανείπωτα όμορφο να κινητοποιείς τις βασικές και μη λειτουργίες σου στο σήμερα. Το αύριό μου είναι ναρκωμένο. Δε θέλω να το ξυπνήσω. Μα εγώ είμαι πέρα για πέρα ξύπνια. Έχω συναίσθηση της μύτης μου και των τσακισμένων μαλλιών μου και της περήφανης κοιλιάς μου και της κυρτής μου πλάτης και των ζουμπουρλών παριών μου και της ταλαιπωρημένης μέσης μου και του λευκού μου δέρματος και των υγρών μου ματιών. Όχι, δε θα σου πω πως δε φοβάμαι. Μα είναι φόβος διαφορετικός. Όχι, ο φόβος του τέλους. Ο φόβος της επιθυμίας μου να σε φοβίσω. Και θέλω να φτιάξω καινούργια ερωτόλογα. Που να μην τα ‘χει ξεστομίσει άλλος. Να στα πω στ’ αυτί μια νύχτα με πεφταστέρια που το φεγγάρι θα ‘ναι ολόγιομο και δε θα ‘μια μια γραφική και τετριμμένη, μονάχα ερωτευμένη. Η απλότητα του έρωτα. Και είναι που μπροστά σου δεν πασχίζω να κρύψω ούτε τον ενθουσιασμό, ούτε την κοιλιά μου. Είμαι κανονικά εγώ, σαν άνθρωπος. Και θέλω να σου μιλάω με τις ώρες για τις ιστορίες των παιδικών μου χρόνων που έχουν αποκτήσει θρυλικές διαστάσεις μες στο μυαλό μου. Από το πώς έριξα την αδελφή μου στη λιμνούλα του δημοτικού με τα χρυσόψαρα, μέχρι το πώς έδωσα το πρώτο μου φιλί με γλώσσα με το Θανάση σε μια καφετέρια στην Κηφισίας. Και είναι που αρχίζω να συνειδητοποιώ την έννοια της τρομερής λέξης από «Έψιλον». Και αρχίζω και φοβάμαι που δε φοβάμαι το μεγάλο «Ε». Δε φοβάμαι τα μεθύσια, την κυκλοθυμία και τις μισανθρωπίες μου. Θα είναι πάντα δίπλα μου. Και πάνω απ’ το κρεβάτι μου παίζουν σκάκι ο Μπουκόφσκι και ο Κοροπούλης. Μόνο για απόψε θα νικήσει ο Κοροπούλης.

[Τ’ ακούς κι εσύ; Σσσς! Είναι – Σαν να χαμηλώνει

μες στα πηγάδια το νερό … Σαν να τελειώνει

κάτι… Τ’ ακούς; Σαν να κυλάμε στον γκρεμό

που χείλος του είναι η ομορφιά, στο τρομερό

χάσμα που δεν κερδίζεται μα είναι χάρισμά

της – Σσσς! Τ’ ακούς; Τ’ ακούς κι εσύ; Ναι, είχες κρύψει

κάποιαν αλήθεια… - Όχι ακόμη! Ας ειπωθεί

έστω μισή – σαν ν’ αντιγράφω απ’ τα μισάνοιχτα

βιβλία σου… Ας ειπωθεί σαν κάτι αστείο…

Κάτι χαζό – Σαν -]

Και απόψε, αυτή τη νύχτα, μετά τη βροχή, στο βρώμικο πεζοδρόμιο της Μαυρικίου μύρισε κάτι σαν Ευτυχία. Σαν -

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

αχ..ερωτα με τη μεγαλη μανικα ,τα θελω τα χρειαζομαι τα κολπα σου τα μπανικα!
http://www.youtube.com/watch?v=OKOkVDxU-r4&feature=related

ενα τραγουδι αφιερωμενο στα σωματα..και σε σενανε που ξερω οτι σ'αρεκει!


μια πληγωμενη καρδια

Ανώνυμος είπε...

Κι ένα απόσπασμα αφιερωμένο στα μυαλά που ελέγχουν τα σώματα.

Ανώνυμος είπε...

ζηλεύω