με τυφλή μανία κσέσκιζε τον αέρα κράδαινε την κοντόκανη επαληπτική και καθάριζε το πεδίο απ' τα αφτιστικά μυγάκια τα μάγουλά του κόκκινα ήταν το φανελάκι του μαύρο με μικρά και μεγάλα νησιά ιδρώτα ανέσαινε γρήγορα πολύ να προλάβει τον αέρα που έφευγε θαρρείς κι έβγαζε φλόγες απ' τα φαγωμένα του χείλια ζβούριζε γύρω απ' τον εαυτό του έκανε την κοντόκανη επαναλειπτική μικρόφωνο μούσα καρβουναρού/θράκα μου πυρωμένη/σπιθίτσα φουντωμένη μ' αναπνοές τρελού έπεσε κάτω στις πλάκες της πλατείας έπεσε σφαδάζοντας απ' τον ελεγειακό παροκσυζμό σφαδάζοντας την άνοικση μακάριος εκσοντωμένος εκστατικός μακάριος άγρυπνος έτοιμος μακάριος πολέμησα καιρό σ' όλα τα πεδία και με τυφλή μανία κσέσκιζα τον εχθρό/ τώρα με χειρουργεί μια αλήθωρη νεολαία μια τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική είναι τρελός τρελός τρελός πόθησε τα πάθη και τώρα ακίνητος κσαπλωμένος στις πλάκες της πλατείας δονούμενος απ' τους κτύπους της καρδιάς του αφού ποτέ δε θα 'ναι έτοιμος για την άνοικση εκείνος το κωμικό παιδί του ντουνιά μόνος ο μόνος εκσοντωτικά εκσαντλημένος και τώρα χώνει την κοντόκανη επαναληπτική στο στόμα και αυτοκτονεί μακάριος και κόκκινος
Τρίτη 12 Μαρτίου 2013
Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013
Στο ζουμί του μέσα
Τώρα που είναι χειμώνας, οι σούπες κρυώνουν γρήγορα. Για να είμαι ειλικρινής ποτέ δε συμπάθησα τις χλιαρές σούπες. Προτιμώ τις καφτές. Προτιμώ και τις πολύ πολύ κρύες. Η σούπα που πλατσουρίζω αυτό το διάστημα φλερτάρει με το πολικό πσύχος. Καμιά φορά σχηματίζεται και μια κρούστα στην επιφάνειά της, την οποία και τρελαίνομαι να σπάζω με την αυθάδικη κοιλιά μου. Μ' αρέσει να στροβιλίζομαι στο κέντρο κι έπειτα να κάνω μοναχικές βόλτες στα λαδωμένα τοιχώματα του πχιάτου. Είμαι μοναχό μου πχια στο κιτρινιάρικο ζουμί τούτης της σουπίτσας. Οι φίλοι μου αιωρήθηκαν πάνω σε πλαστικά κουτάλια. Δεν κσέρω τι απέγιναν. Μερικές φορές μου λείπουν. Άμα σκοτεινιάζει κυρίως, γιατί τότε μες στη σιωπή του πχιάτου συνηθίζαμε να παίζουμε συγκρουόμενα με τις κιμαδένιες κοιλίτσες μας και γεμίζαμε σουπένιες σταγόνες το δρύινο πάγκο της μικροαστικής κουζίνας. Νοιώθω μαγαριζμένο, καθώς πολλά από τα ρύζια μου μ' εγκατέλειπσαν. Τα 'χασα μες στα λιμνάζοντα ζουμιά. Δεν είμαι πχια το φρέσκο και ζουμερό γιουβαρλάκι του παλιού καιρού. Το κσέρω. Δε μου 'χει μείνει πολύς καιρός ακόμη. Στη σκέπση αυτή χοροπηδώ με λύσσα πάνω στην κοιλιά μου με την ελπίδα να σε δω. Είσαι το πχιο εκνευριστικό τηλεγραφόκσυλο του κόζμου όλου. Η κοιλιά μου κοντεύει να διαλυθεί απ' το πολύ χοροπηδηχτό κι 'συ εκεί. Αγέρωχο και κσύλινο. Κσύλινο, φτιαγμένο από κσύλο. Από κσύλο φτιαγμένο εσύ. Κσύλινο δηλαδή. Καθώς έκσυνα την πλάτη μου στον πάτο του πορσελάνινου πχιάτου που κατοικώ. Ένα βροχερό απομεσήμερο, σκεφτόμουν πως ποτέ πχια δε θα χορέπσω στις σούπες του Νότου. Στις αλμυρές σούπες του Νότου, ακούγοντας τους γλάρους. Δε θα φύγω ποτέ από 'δω. Και 'συ παράκσενο τηλεγραφόκσυλο μου κσυπνάς την ανεμελιά του πρώτου καιρού. Τότε που ακόμη δε γνώριζα πόση βαρβαρότητα κρύβεται μεσα σε μια σπιτική σούπα. Και κάθε φορά που σε κοιτώ γίνομαι κσανά το αγνό γιουβαρλάκι που έκανε ύπτιο με την παλιοπαρέα, χαχανίζοντας σιωπηλά. Κσέρω πως ο έρωτάς μου για σένα θα παραμείνει ανεκπλήρωτος κι αυτό με γεμίζει γλυκιά θλίπση. Κι αυτό με κάνει να περιμένω με ανυπομονησία εκείνο το κουτάλι που θα μ' αρπάκσει οδηγώντας με στο άγνωστο. Κι όμως κσέρω πως γελούσες μαζί μου όταν πάσχιζα να φτάσω πσηλά-πσηλά για να σε δω. Θα 'θελα να δω, κουρνιαζμένο πάνω σου, τους γλάρους του Νότου που τόσο πολύ μου αρέσουν. Κι είναι πραγματικά κρίμα που θα φύγω χωρίς να σου δείκσω τις πληγές που μου άφησε ένα πιρούνι. Κι άρχισα να καταλαβαίνω τη μονακσιά μου, άμα άνοικσε το παράθυρο που μας χωρίζει κι εγώ δε μπορούσα να σου φωνάκσω. Ούτε να σου τραγουδήσω μπορούσα. Κσέρεις γιατί; Γιατί ρε συ δεν έχω στόμα. Ούτε και φωνή έχω. Κι όταν βουλιάζω ζαρωμένο κάτω απ' τα παλιοζουμιά σε σκέφτομαι. Και μετά σκέφτομαι ότι κλαίω. Και μετά τσιμπήματα δυστυχίας ερεθίζουν το ριζένιο εσωτερικό μου. Ποτέ δε θα σ' αγκαλιάσω παλιοτηλεγραφόκσυλο του δρόμου. Σ' αφήνω μ' ένα μπαγιάτικο λυγμό. Ελπίζω να μη σε λυγίσει η κσύλινη μοναχική σου μονακσιά. Κι αν αυτό το κουτάλι δεν έρθει ποτέ, θα πηδήκσω στα μωσαϊκά της μικροαστικής κουζίνας.
Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013
Βαλσαμωμένο Αγόρι,
σου γράφω απ' τον πρώτο όροφο ενός νεοκλασσικού που απ' έκσω φαίνεται να πέφτει, μα από μέσα βαστχιέται μια χαρά. αυτές τις μέρες ειμαι πολύ μεγάλη. πχιο πολύ κι από εκείνη την εποχή που τελείωνα το σχολείο και ούρλιαζα στους εκρού τοίχους του σπιτχιού της πρώην φαναρίου χωρίς να παίρνω απαντήσεις. η πυκνότητα του χρόνου που περνάει άφησε μια ρυτίδα στο μέτωπό μου και μαύρους κύκλους κάτω απ' τα μάτχια μου. πχιο πολύ από σένα μ' αρέσει η φωνή σου. ωραία είναι να μου μιλάς. και κσέρεις είναι παράκσενο, μα ό,τι κι αν μου λες το κάνω αμέσως εικόνα. οι περιηγήσεις σου στον παγκόζμιο χάρτη και οι ιστορικές σου αναφορές. έχει μια ζέση η φωνή σου και μου κσεβουλώνει τ' αφτχιά μου. αλλά καμιά φορά άμα πίνω πολύ κόκκινο κρασί βουλώνουν. και τώρα που στα γράφω αυτά είμαι έτοιμη να τα μπήκσω, μα δεν κσέρω γιατί. βέβαια είναι και κυργιακή. αυτή την εποχή οι κυργιακές φαντάζουν πχιο απειλητικές. κι η καρδιά μου χτυπάει πολύ δυνατά, σα να εχτυλίσσεται σπαγγέτι γουέστερν στο μακσιλάρι μου. αλλά δεν είναι από φόβο. το δίχως άλλο δεν είναι από φόβο. από ανυπομονησία είναι. και κάπως μέσα στο πάθος της καταπιεζμένης φωτχιάς αποπροσανατολίζομαι. αλλά κάθε που κσανασυνατώ το κενό ανάμεσα στα δόντια σου, βρίσκω το δρόμο. θα σου χάριζα το κουρδιστό μου αφτοκίνητο με το χαμογελαστό κυριούλη που βάζει πετρέλαιο για να μάθω τι σκέφτεσαι. και κάτω από το πάπλωμα φαινόμαστε τόσο μικροί κι έχει πλάκα. γιατί γελάω και καμιά φορά τελοσπάντων.
και όταν πέφτω στο κρεβάτι μου τις νύχτες και τα πρωινά σε σκέφτομαι. πχιο πολύ σε σκέφτομαι τα σάββατα άμα έχει λαϊκή. κι άλλα σκέφτομαι για σένα, μα δεν είναι ώρα. πες στοπ.
σε φιλώ,
το κορίτσι με τα πολλά μαλλιά
και όταν πέφτω στο κρεβάτι μου τις νύχτες και τα πρωινά σε σκέφτομαι. πχιο πολύ σε σκέφτομαι τα σάββατα άμα έχει λαϊκή. κι άλλα σκέφτομαι για σένα, μα δεν είναι ώρα. πες στοπ.
σε φιλώ,
το κορίτσι με τα πολλά μαλλιά
Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012
Qui êtes-vous, Polly Maggoo?
[τη στιγμή που χώθηκε μέσα της. το θηλυκό εκσερράγη τη στιγμή που εκείνος χώθηκε μέσα της. και από το στόμα της βγήκε παθιαζμένο πάθος που έκαπσε τους τοίχους. και γίναν ολάκεροι η φωτχία που έκαπσε τους τοίχους. και το δέρμα του θηλυκού έγινε τα χρώματα. και κεινος πσιθύριζε μέσα στα μαλλιά της τα κσεχαζμένα. και τα γκαργκόιλ μύρισαν τα χρώματα που έβγαιναν από το μικρό διαμέριζμα. και τα γκαργκόιλ μυρίζοντας τα χρώματα που έβγαιναν από το μικρό διαμέριζμα έκαπσαν την πόλη. και ο αλ γκρην τραγουδούσε πάνω απ' τις στάκτες της πόλης. και ο αλ γκρην έπσελνε πάνω απ' τις στάκτες της πόλης, μονάχα για τους δυό τους. και καθώς κσημέρωνε στο αστικό αποκαϊδι, το θηλυκό χαμογέλασε.]
Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012
Ένα τσικ πίσω
- Να τον νοικιάσουμε σ'ένα τσίρκο, όπου πιθανότατα θ' ανοιγοκλείνει τα βλέφαρα και θα κάνει ότι αναπνέει. Έτσι πσιθύρισαν αυτοί μέσα στη βωβή αίθουσα του ύπνου.
Ο Λάρυ στο άκουζμα αυτής της πσιθυριστής πρότασης, κρύφτηκε κάτω από το τραπέζι. Έσφικσε τα δόντια και χάιδεπσε τη χνουδωτή ελιά που 'χε στον αστράγαλο. Έμεινε 'κει χάμω ώσπου τον έπχιασε λόκσυγγας. Όταν κσεμύτισε οι δύο πελώριοι χαρτογιακάδες είχαν απομονωθεί στην αίθουσα του πινγκ-πονγκ. Και καθώς η κοιλιά του έκανε τσίκι-τσίκι, το 'σκασε απ' το φτωχοκομείο. Κρύφτηκε μες στο φορτηγό με τα γάλατα. Ήπχιε κι ένα με χαμηλά λιπαρά. Κατέβασε το πλεκτό σκουφί του ως τ' αφτχιά. Ίσα κι ίσα έβλεπε κατιτίς. Το παλιοπαντελόνι του 'πεφτε και κάθε τρεις και λίγο το πατούσε κι έτσι σκόνταφτε. Για μια στιγμή του πέρασε απ' το μυαλό να το κσεφορτωθεί, μα είχε παγωνιά και δε θα κατάφερνε να κάνει πολλά βήματα. Το σούρουπο ο Λάρυ διέσχισε την πσηλή γέφυρα που 'χε δυό αγγέλους στο τέρμα της ή στην αρχή της, αναλόγως πως τηνε κοίταζες. Έρικσε και μια χλέπα στο μεγάλο ποτάμι που κυλούσε κάτω από την πσηλή γέφυρα. Λίγες στιγμές πχιο μετά έφτασε στην πόρτα του άλλου φτωχοκομείου. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του. Και καθώς η κοιλιά του έκανε τσικ-τσίκι-τσικ, το αριστερό μεγάλο δάχτυλο ποδιού κσεπήδησε απ' το παπούτσι. Και καθώς η κάλτσα του ήταν τρύπχια, χώθηκε φουργιόζικα σε μια χιονιστή μπάλα. Τουρτούρισε μια στάλα. Χτύπησε το κουδούνι με δύναμη. Μια παλιόγρια άνοικσε και τον έδιωκσε τον Λάρυ, γιατί δεν υπήρχαν αδειανά κρεβάτχια. Αύριο πάλι. Έπειτα βγήκε στη μεγάλη λεωφόρο. Έπεσε πάνω στην Κάντυ. Έτρεχε αίμα από τη μύτη της. Μετά πήγαν στο σπίτι της Κάντυ, σ' έναν παράδρομο της μεγάλης λεωφόρου. Ο Λάρυ στάθηκε απέναντί της.
- Σ' αυτό το σημείο; αγγίζοντάς την.
- Όχι. Όχι εκεί.
- Εδώ;
Μετά έπχιασε σιγανή βροχή και δεν άκουγαν τίποτα άλλο μόνο τη στέγη που έκανε τσικ-τσίκι-τσικ-τσίκι. Κι αν ήταν το δικό του αίμα ή το δικό της αίμα; Τον έσπρωκσε τον Λάρυ κι έπεσε από τη σκάλα και έφυγε τρεχάτη και τον άφησε η Κάντυ.
ο Λάρυ καθώς εγκατέλειπε το σπίτι της παλιοκάντυ. θα της τηλεφωνούσε αργότερα για να πάει να τον βρει σε καμιά εκκλησία και να του χαέπεσει τα καφέ μαλλιά του μέχρι να τον πάρει ο ύπνος.-
Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012
μαρτυρικό, το
-Τζίμυ Μουν, πονάει το κεφάλι μου. Πονάει στ' αλήθεια το κεφάλι μου. Δίχως καμιά υπερβολή.
- Ηρέμησε Λου.
- Πώς να ηρεμήσω, αφού είναι άγρια Τζίμυ. Είναι στ'αλήθεια άγρια.
- Πάρε κάνα χάπι Λου.
- Δεν κάνουν δουλειά αυτά τα σκατολοϊδια. Εσύ, θα 'πρεπε να το κσέρεις.
- Ε, τότε να κοιμάσαι περισσότερο.
- Δε μου κολλάει ύπνος. Είναι φορές Τζίμυ Μουν που δεν είμαι παρά ένα παλιόπραμα που σκέφτεται. Είναι στ' αλήθεια φοβερό. Πρέπει να τις κόπσω. Πρέπει να τις κόπσω τις ρημάδες τις σκέπσεις.
- Όταν κοιμάσαι δε σκέφτεσαι Λου.
- Σκέφτομαι Τζίμυ. Μα το θεό σκέφτομαι.
- Κάπου σε χάνω Λου.
- Κάτι πρέπει να γίνει Τζίμυ. Κάτι πρέπει να γίνει με το κεφάλι μου. Κάθε που κλείνω τα μάτχια μου, 'κεινο φλέγεται και μου καίει τα νεκρά μου μαλλιά. Και το πρόσωπό μου. Και το πρόσωπό μου καίει.
- Και όταν έχεις τα μάτχια ανοιχτά;
- Τότε Τζίμυ Μουν, το κεφάλι μου φεύγει. Είμαι σαν ακέφαλη κότα. Στροβιλίζομαι έκφυλα ανάμεσα στα πλήθη, πσάχνοντας τον προσωπικό μου χασάπη. Χτυπάω τ' αδύναμα χεράκια μου στο στέρνο, ενώ το κεφάλι μου μπλέκεται στα πόδια τους.
- Μα εσύ θα πρέπει να καταβασανίζεσαι.
- Στ' αλήθεια καταβασανίζομαι Τζίμυ Μουν.
- Να βολοδέρνεις τότε.
- Σαστίζω. Δεν κσέρω τι είμαι. Δεν είμαι μεγάλη. Είμαι πέντε χρονών. Ντρέπομαι πολύ και κρύβομαι στα πόδια τους. Και κάτω από τα τραπέζια τους κρύβομαι.
- Κάτω από τα σκεπάζματα;
- Ναι, και 'κει. Μ' αρέσει να μυρίζω τις πορδές. Κσέρεις, Τζίμυ Μουν τα βράδυα γίνομαι ολόκληρη κεφάλι. Δεν έχω ούτε βυζιά, ούτε κώλο, ούτε μουνί.
- Λου, μη ρημάζεις ρε.
- Και 'συ ρημάδι σωστό είσαι.
- Το κσέρω, μα εγώ αγαπάω πολύ τα κορίστια και έχω πούτσο. Ρημάζω ευχάριστα το λοιπόν.
- Πφ. Σφήνωσέ μου κάνα βόλο στη μύτη, μήπως και μου κοπεί η ανάσα.
- Θες να μην έχω πούτσο και να μην αγαπώ όλα τα κορίτσια;
- Όχι, Τζίμυ Μουν. Στ' αλήθεια, όχι.
Μια τρίτη ο Τζίμυ Μουν και η Λου μείναν στο
καρουζελ ως το κσημέρωμα. Χωρίς κεφάλια.
Ούτε και βόλους.
Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012
τουρμπίνα, σας μερσώ.
- Οι πρωινές μου χλέπες είναι καφέ.
- Σα να λιγοστεύουν οι άνθρωποι που μπορώ να κοιτάκσω στα μάτχια.
- Παλιά νόμιζα πως κάπχοιος βιντεοσκοπεί τη ζωή μου, όχι πχια.
- Εγώ δεν τρίβω πχια τις φτέρνες μου με ελαφρόπετρα.
- Το παρατεταμένο καλοκαίρι μου έγδαρε το δέρμα.
- Ποτέ δεν κατάλαβα πού τελειώνει ο ήλιος.
- Δεν τελειώνει.
- Την έχουμε γαμήσει.
- Ντάκσει είναι ρε.
- Τα βράδια μ' αρέσει ν' ακούω τα μαχαιροπήρουνα.
- Και τα ποτήργια;
- Και τα ποτήργια.
- Τελευταία λείπεις συχνά.
- Έχω στην κοιλιά μου ραδιενέργεια.
- Η παπάγια λέει είναι τίνγκα στη βιταμίνα σε.
- Σε θέλω να μου θυμίζεις τις κυργιακές πως είμαι χαρτί.
- Εγώ είμαι πλατεία τις πέμπτες.
- Με θυμάσαι.
- Είμαι το σεκσουαλικό απόβλητο μιας αδιανόητης χωματερής.
- Θα αυτοχτονήσω τις προάλλες.
- Μύρισε χεζμένες πάνες υπέργηρων φοροτεχνικών.
- Κομπάρσοι χιλιάδες περιφέρονται στη γειτονιά μου.
- Πάμε να τους πετάκσουμε νεράντζια.
- Δεν έχουν όσφρηση.
- Κσυπνάω απ' το βήχα σου μέσα στη νύχτα, είναι κακός νομίζω.
- Πού μένεις;
- Σε ένα αυγουλί συγκρουόμενο.
- Με κάνουν να δακρύζω τα στοιχειωμένα λούνα παρκ, ειδικά εκεί που φυτρώνουν οι τσουκνίδες.
- Κσέρω κάπχοιον, που κσέρει κάπχοια που έχει πχιεί τσάι με το γιούρι γκαγκάριν.
- Έχω μέρες να τον δω.
- Πώς τη βγάζεις;
- Το παίζω κουράδα πεζοδρομίου και αλωνίζω σε μυστικούς κήπους.
- Είναι εκσουθενωτική η μονακσιά που βιώνω κάθε φορά που παρακολουθώ το πλυντήριο.
- Τα ράφια του πσυγείου μου αναδύουν μουχλιαζμένη ματαιότητα.
- Όλη μου η ζωή η πατησίων.
- Πάνω-κάτω.
- Κάτω.
- Τυφλοσούρτης.
- Παραμάσχαλα.
- Γυάρδα.
- Τροχοπέδη.
- Χωλομένη.
- Φριτέζα.
- Μπιφτεκόπιτα.
- Βαλίντζα.
- Γυναίκα.
- Μπικίνι.
- Τραγικό.
- Σα να λιγοστεύουν οι άνθρωποι που μπορώ να κοιτάκσω στα μάτχια.
- Παλιά νόμιζα πως κάπχοιος βιντεοσκοπεί τη ζωή μου, όχι πχια.
- Εγώ δεν τρίβω πχια τις φτέρνες μου με ελαφρόπετρα.
- Το παρατεταμένο καλοκαίρι μου έγδαρε το δέρμα.
- Ποτέ δεν κατάλαβα πού τελειώνει ο ήλιος.
- Δεν τελειώνει.
- Την έχουμε γαμήσει.
- Ντάκσει είναι ρε.
- Τα βράδια μ' αρέσει ν' ακούω τα μαχαιροπήρουνα.
- Και τα ποτήργια;
- Και τα ποτήργια.
- Τελευταία λείπεις συχνά.
- Έχω στην κοιλιά μου ραδιενέργεια.
- Η παπάγια λέει είναι τίνγκα στη βιταμίνα σε.
- Σε θέλω να μου θυμίζεις τις κυργιακές πως είμαι χαρτί.
- Εγώ είμαι πλατεία τις πέμπτες.
- Με θυμάσαι.
- Είμαι το σεκσουαλικό απόβλητο μιας αδιανόητης χωματερής.
- Θα αυτοχτονήσω τις προάλλες.
- Μύρισε χεζμένες πάνες υπέργηρων φοροτεχνικών.
- Κομπάρσοι χιλιάδες περιφέρονται στη γειτονιά μου.
- Πάμε να τους πετάκσουμε νεράντζια.
- Δεν έχουν όσφρηση.
- Κσυπνάω απ' το βήχα σου μέσα στη νύχτα, είναι κακός νομίζω.
- Πού μένεις;
- Σε ένα αυγουλί συγκρουόμενο.
- Με κάνουν να δακρύζω τα στοιχειωμένα λούνα παρκ, ειδικά εκεί που φυτρώνουν οι τσουκνίδες.
- Κσέρω κάπχοιον, που κσέρει κάπχοια που έχει πχιεί τσάι με το γιούρι γκαγκάριν.
- Έχω μέρες να τον δω.
- Πώς τη βγάζεις;
- Το παίζω κουράδα πεζοδρομίου και αλωνίζω σε μυστικούς κήπους.
- Είναι εκσουθενωτική η μονακσιά που βιώνω κάθε φορά που παρακολουθώ το πλυντήριο.
- Τα ράφια του πσυγείου μου αναδύουν μουχλιαζμένη ματαιότητα.
- Όλη μου η ζωή η πατησίων.
- Πάνω-κάτω.
- Κάτω.
- Τυφλοσούρτης.
- Παραμάσχαλα.
- Γυάρδα.
- Τροχοπέδη.
- Χωλομένη.
- Φριτέζα.
- Μπιφτεκόπιτα.
- Βαλίντζα.
- Γυναίκα.
- Μπικίνι.
- Τραγικό.
Κυριακή 19 Αυγούστου 2012
Tallahatchie River blues
Ο Τζίμυ Έλντριτζ, θυμάμαι μας είχε καλέσει 'κείνο το καλοκαίρι στο σπίτι του το θερινό, στο χωργιό Γκλεντόρα, δίπλα στο ποτάμι Ταλαχάτση. Γιόρταζε -αν δε με κσεγελά το μνημονικό μου- τη δεκαετή επέτειο γάμου του με τη Φέη Άλμπερτσον. Δεν είχα καμιά όρεκση να κουβαληθώ εκεί χάμω, αφού ήταν γεγονός πως έπασχα από τις καθιερωμένες θερινές μου μαυρίλες. Εντέλει σούρθηκα σα γεωσκώληκας μέχρι την έπαυλη του γαμημένου του Μισσισσίππη κατόπιν σφοδρών πιέσεων που δέχτηκα από τη λουμπίνα τον Πωλ Λόουρι. Νόμιζε η αδερφάρα πως θα με κσεμονάχιαζε δίπλα στο ποταμάκι με την αυγουστιάτικη φεγγαράδα και τα ρέστα. Τον άφηνα να ελπίζει και στο ενδιάμεσο, κάθε φορά που το χεράκι του γλίστραγε στον καβάλο μου γλιστρούσαν ταυτόχρονα και εικοσαδόλαρα στην τσέπη μου -τη μανταριζμένη, όχι την τρύπχια. Πέτυχα εκεί και τη μικρή αδελφή του Έλντριτζ τη Μαρί που απ' την εφηβεία μας δεν είχα πάπσει να τη φαντάζομαι στα τέσσερα την ώρα που άνοιγε διάπλατα το στοματάκι της για να λάβει την όστια. Η καθολική Μαρί με τον ανίερο κώλο το δίχως άλλο θα πρέπει να βρισκόταν στου Έλντριτζ 'κείνο το καλοκαίρι. Και ο μπουχέσας ο Βίννυ Πάρκερ με το χαϊβάνι την κυρά του, τη Βίκυ. Ο χοντρο-Βίννυ δεν έχανε ευκαιρία να χουφτώνει τα νέγρικα δουλικά. Έδειχνε ιδιαίτερη προτίμηση στην Ροζέτα. Εκείνη με την αυθάδεια των δεκαεφτά της χρόνων τον περιφρονούσε στεγνά και αυτό του την έδινε πιότερο του μαλάκα και δεν την άφηνε σε χλωρό κλαρί τη φουκαργιάρα. Κι έπειτα έπρεπε ν' ανεχτώ και την κατσίκα τη Βίκυ, η οποία μιλούσε διαρκώς για το εργοστάσιο υαλικών του γέρου της και έπλεκε μανιωδώς μωρουδιακά η τρελάρα δίχως να 'ναι γκαστρωμένη. Εγώ -όπως θα μπορούσες να μαντέπσεις- βαργιόμουν του θανατά. Η μανταριζμένη μου τσέπη είχε πήκσει στο δολάριο, μα δεν είχα που να τ' αμολήσω. Κι ο τσοπάνης τούτου του κοπαδιού των μουρλών ο Έλντριτζ μου 'πρηζε τ' αρχίδια με τις κωλοεπιχειρήσεις χαρτικών και 'γω χανόμουν στο αχανές βλέμμα της Φέη. Η Φέη. Καθόταν ώρες ολόκληρες στην κουνιστή πολυθρόνα της μπροστινής βεράντας και κοιτούσε πέρα μακρυά. Θαρρείς και το βλέμμα της έπσαχνε στις εκβολές του γαμωπόταμου. Κάπου κάπου δάκρυζε μα σκουπιζόταν αμέσως με τα βεραμάν γαντάκια της. Ποτέ δεν κατάλαβα τι έπσαχνε η αγία Φέη μες στα τρεχούμενα νερά της ζωής της. Εγώ πάντως μέχρι να τα τινάκσω την πρόζμενα. Περίμενα να μου χτυπήσει δειλά την πόρτα του διαμερίζματός μου με τα βεραμάν της τα γαντάκια και να το κσεφουρνίσει επιτέλους Χανκ σ' αγαπώ μέχρι το τέλος του κόζμου μου. Αντ' αυτού μια ζωή μου χτυπούσαν την πόρτα κάτι τυχάρπαστες μπεκρούδες με κιτρινιάρικα γάντια που κσεφούρνιζαν αρλούμπες, ώσπου κάποτε με 'στείλαν στο τρελάδικο. Μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Το λοιπόν, στο θέρετρο του Έλντριτζ κσεκαλοκαίριαζε μαζί μας και ο Ρόυ Ο' Ρουρκ ο δεύτερος. Ένας ματσωμένος φίλος του Έλντριτζ που το 'παιζε αγιογράφος. Ολημερίς την έβγαζε μπροστά στο καβαλέτο του με την Μαρί από δίπλα του να σταυροκοπχιέται καθώς της έτρεχαν καθολικά σάλια για την πάρτη του. Όσο για μένα, έλιωνα από έρωτα για τη Φέη και απ' τη βαρεμάρα μου. Βολόδερνα στην έπαυλη μονάχος. Την έβρισκα να πούμε να κατασκοπεύω τους άλλους "τρόφιμους" της Γκλεντόρα, ένας μανιώδης πραχτοράκος της μονακσιάς. Ένα πρωινό καθώς περνούσα μπροστά από το δωμάτιο του Ο' Ρουρκ του δεύτερου άκουσα πνιχτές κραυγές. Ήμουν σίγουρος πως κουτούπωνε τη χαμούρα την Μαρί, αντ' αυτού τον είδα απ' τη σχιζμή της πόρτας να μαλακίζεται. Ο τύπος έχυσε μέσα σ' ένα γυάλινο μπουκαλάκι σπιτικής μαρμελάδας φωνάζοντας αμην-αμην. Η ιστορία τούτη εκτυλισσόταν κάθε πρωί. Το δωμάτιό του είχε γεμίσει γυάλινα χυσομπούκαλα. Το πράμα απέχτησε ενδιαφέρον όταν κατάλαβα τη χρησιμότητά τους. Ο "προικιζμένος" αγιογράφος άδειαζε τα μπουκαλάκια στα εικονίζματα. Ο μικρός χριστούλης, τον οποίο ασπαζόταν καθημερινώς η Μαρί ήταν τίγκα στα φλόκια κι η παρθένος Μαρία έσταζε σπερματικά δάκρυα. Κσαφνικά άρχισα να συμπαθώ τον τρελάρα τον Ο' Ρουρκ. Μου 'σπασε την ανία ο τύπος, βαζοντάς με σε μυστήριες σκέπσεις. Ένα βράδυ προς το τέλος τ' Αυγούστου μπούκαρα στο άδειο δωμάτιό του και φέρμαρα δυο τρία μπουκαλάκια. Έπειτα έτρεκσα στην κουζίνα και κρύφτηκα στο αποθηκάκι με τα τρόφιμα, παραμονεύοντας. Όταν έμεινα μόνος με το δείπνο, του 'στακσα ένα δυο μπουκαλάκια από το μαγικό ζωμό. Οι γλυκοπατάτες και το αρνάκι έμοιαζαν αγιογραφία σωστή μες στα χύσια του Ο' Ρουρκ. Αίφνης μπούκαρε στην κουζίνα η Ροζέτα τσαντιζμένη και τσιμπολόγησε μια γενναία χαπσιά γλυκοπατάτες πριν τις σερβίρει στους λευκούς μαλάκες. Όσα συνέβησαν παρακάτω τάρακσαν τα νερά του Ταλαχάτση. Καθίσαμε όλοι οι παλιόφιλοι στο οβαλ τραπέζι της σάλας. Η τσαντιζμένη νέγρα σέρβιρε το δείπνο. Οι συνδαιτημόνες μου έπεσαν με τα μούτρα στη μάσα. Η Φέη δεν έτρωγε, παραμόνο έφτιαχνε μπαλάκια από πσωμί και τα σκορπούσε στο πουά φόρεμά της. Οι άλλοι πέτακσαν τα μπακιρένια πηρούνια τους απότομα κι άρχισαν να φτύνουν ο ένας τον άλλον στη μούρη. Ο Έλντριτζ έκσυνε το κεφάλι του μ' ένα μαχαίρι ώσπου το μάτωσε. Και ένα γέλιο κολαζμένο βγήκε σα βρυχηθμός από τα στόματα των υπολοίπων. Τότε η Ροζέτα μ' ένα σάλτο ανέβηκε στο οβαλ τραπέζι. Παραμέρισε τα φαγιά. Κσάπλωσε και κσεβρακώθηκε. Έχωσε τα χοντρά της δάχτυλα στο μουνί της. Μαλακιζόταν νωχελικά, βυθιζμένη σε μια χαώδη απόλαυση. Και τα χύσια αυτής έβαφαν λευκό το μαύρο μουνί. Το γέλιο των άλλων κόπηκε βίαια κι ένα πέπλο λαγνείας κάθισε στα κεφάλια μας. Η Ροζέτα τότε ανακάθισε τεμπέλικα, χώνοντας απότομα τα μουσκεμένα δάχτυλά της στο μισάνοιχτο στόμα του χοντρο-Βίννυ. Ρούφα τα λευκέ καργιόλη, ρούφα τα! Και καθώς ο Βίννυ ρουφούσε και κατάπινε, κατάπινε και ρουφούσε, η Βίκυ άρπακσε το ασημένιο κηροπήγιο που βρήκε μπροστά της και το κατέβασε στο κεφάλι του, στο κεφάλι του Βίννυ. Στο κεφάλι του χοντρο-Βίννυ. Η γκλάβα του Βίννυ Πάρκερ άνοικσε στα δυό. Και η βαρεμάρα μου βάφτηκε με αίμα, όπως και το τουϊντ σακάκι που 'χα κονομήσει απ' την πούστρα τον Λόουρι. Η Φέη χαμογέλασε αχνά και αποσύρθηκε στη βεράντα. Έτσι έληκσε 'κεινο το καλοκαίρι στον ποταμό Ταλαχάτση. Ας είναι καλά το φιλαράκι ο Ο' Ρουρκ ο δεύτερος.
![]() | |
| η Ροζέτα, μερικά χρόνια αργότερα. |
Κυριακή 22 Ιουλίου 2012
Santa Fe
Εδ.ω είμαι, στη Σαντα Φε είμαι. Δε θυμάμαι πότε έφτασα. Κσέχασα τ' όνομά μου εδ.ω στη Σαντα Φε. Πχια με φωνάζουν Μπρέντα Λη. Δε βρέχει τώρα που σου γράφω από εδ.ω από τη Σαντα Φε. Ο αέρας μου παγώνει το πρόσωπο. Τα μάτχια μου είναι πάντα υγρά εδ.ω. Η υγρασία της Σαντα Φε κατσαρώνει τα μαλλιά μου. Θα σου άρεσαν οι μπούκλες μου. Είμαι μαυριζμένη από τον ήλιο συνέχεια εδ.ω. Περπατάω με κάτι πλαστικές σαγιονάρες που εδ.ω στη Σαντα Φε τις λένε φλιπ- φλοπ σαγιονάρες. Φοράω αμερικάνικα γυαλιά ηλίου με τιγρέ σκελετό και ποζάρω κάτω από θεόρατους φοίνικες. Κάπχοια πρωινά καθώς ρουφάω το παραδοσιακό μιλκ σεηκ της Σαντα Φε, ακουμπάω το μούτρο μου σε κάπχοιο θεόρατο φοίνικα της Σάντα Φε και αυτός μου γραντζουνάει τα μάγουλα και κσέρεις αυτή η διαδικασία μ' αρέσει πολύ. Είναι γεμάτο παναγιές αγαλματένιες εδ.ω στη Σαντα Φε. Προσεύχομαι στα τέσσερα καθημερινά στις τεσσερις το μεσημέρι να καούν όλοι οι αποκωδικοποιητές του ντουνιά. Δεν κσέρω αν πχιάνουν οι προσευχές μου γιατί εδ.ω στη Σαντα Φε δεν έχω καμιά ενημέρωση για τίποτα. Τα βράδια ακούω τα τριζόνια από το δωμάτιό μου. Κοιμάμαι χωρίς βρακί εδ .ω στη Σαντα Φε για να φτάνουν ανεμπόδιστα στο μουνί μου οι μελωδίες των μαριάτσι που ρχονται από την πλατεία. Δεν έχει κουνούπχια εδ.ω στη Σαντα Φε. Δεν κσέρω αν είσαι ακόμη ζωντανός. Καμιά φορά το σούρουπο καθώς περιδιαβαίνω τα ινδιάνικα πουέμπλος μου λείπει η μυρωδιά από τα δάκρυά μου στο λαιμό σου. Δε μου λείπουν καθόλου τα σάλια σου στο μακσιλάρι μου. Κσέρεις, κανείς δε μας αγαπάει εδ.ω στη Σαντα Φε και κανέναν και καμία δεν αγαπάμε κι εμείς με τη σειρά μας εδ.ω στη Σαντα Φε. Δε γελάω εδ.ω . Δεν κλαίω εδ.ω. Ανασαίνω όταν κσυπνάω και πίνω μάτε. Δακρύζω μόνο κάτι μέρες που συναντάω τυχαία στο πουέμπλο της Σαντα Κλαρα, την Τζωρτζια Ο' Κηφ. Την πάω πολύ αυτήν τη σκατόγρια. Προχτές μου χάρισε το Κρανίο του μουλαργιού και το κρέμασα απέναντι απ' το κρεβάτι μου. Εδ.ω στο νέο Μεκσικό ο ιδρώτας μου μυρίζει ταγγιζμένο λαρδί και κανέλα και τα χύσια μου θυμάρι και μουστοκούλουρο. Οι ινδιάνοι έχουν πυρετικά μάτχια. Όταν ένα πυρετικό τους βλέμμα σκοτεινιάσει, τότε αρχινάει να βρέχει εδ.ω στη Σαντα Φε. Δε νιώθω και τίποτα σπουδαίο. Μόνο να κοιτάζω τους άντρες μ' αρέσει. Τίποτα παραπάνω. Δε λαχταρώ να τους ακουμπήσω. Κανείς δε μ' αγγίζει εδ.ω στη Σαντα Φε. Κανέναν δεν αγγίζω. Κανέναν στη Σαντα Φε. Τις υγρές νύχτες σκέφτομαι τη χώρα προέλευσής μου και κατουράω το στρώμα μου. Δεν έχει γλάρους εδ.ω στη Σαντα Φε. Αν βρεις κανέναν εκεί που 'σαι στείλε μου σε παρακαλώ. Ζωγράφισα με κόκκινη δαχτυλομπογιά το πρόσωπό σου στον τοίχο της βεράντας μου, να τα λέμε το πρωί με τον καφέ. Να με κερνάς και κάνα τσιγάρο. Όλο τομπάκο μασουλάμε εδ.ω στη Σαντα Φε. Τις κυργιακές μεταμφιέζομαι βαλκανικό καρύκευμα και χάνομαι στο ατέλειωτο ινδιάνικο γιουσουρούμ του Ταος. Παντού σε αγαπώ, εκτός από εδ.ω από τη Σαντα Φε. Αλήθεια, πως σε είπαμε σένα;
Τρίτη 3 Ιουλίου 2012
'syrma'
και λέει τονα lego στ' άλλο lego: θες να κουμπώσω απάνω σου;
και απαντάει τ' άλλο lego: den kserw. aghwnomai.
και ρωτάει τονα lego τ' άλλο lego: γιατί καλέ;
και απαντάει τ' άλλο lego: e, eixa sunithisei na kukloforaw ksekoumpwto.
και λέει τονα lego στ' άλλο lego: εμένα πάντως μ' αρέσει να κυκλοφοράμε παρέα. εσύ, εγώ και το διαστημικό σου μοτόρι.
και λέει τ' άλλο lego: aneva tote na prolavoume. apo tote pou to skasa apo to paidiko dwmatio m' aresei kathe pou souroupwnei na kunigaw tis paphies tou parkou.
και αποκρίνεται τονα lego στ' άλλο lego: εγώ δεν έχω πχια χρόνο για σημαντικές δραστηριότητες. θα ρθω όμως μαζί σου. θα κάνω κοπάνα από τη δουλειά.
και ρωτάει τ' άλλο lego: ti douleia kaneis?
και απαντάει τονα lego στ' άλλο lego: επιτηρώ παιδικά γέλια.
και ρωτάει τ' άλλο lego: tha koimithoume mazi apopse?
και απαντάει τονα lego στ' άλλο lego: κάτσε θα βάλω μια πλάκα στο γραμμόφωνο.
Τρίτη 22 Μαΐου 2012
the funeral
Καθώς οδηγούσα τη νεκροφόρα εκείνο το μεσημέρι, σταμάτησα στον κόμβο να κάνω ένα τσιγάρο. Είχα να καπνίσω μερικά εικοσιτετράωρα. Οι πρώτες τζούρες με ζάλισαν και στηρίχτηκα στο καπό για να μην πέσω. Ο θόρυβος των διερχόμενων αμακσιών μου γαργαλούσε τα βρώμικα αυτχιά. Το στομάχι μου ήταν άδειο. Ήμουν άλουστος και η φράντζα μου είχε κολλήσει στο μέτωπό μου. Η δυσκοιλιότητα, μου είχε γαμήσει τα σωθικά. Έπρεπε σε μια ώρα να περάσω από το γραφείο για να παραλάβω το νεκρό. Το αφεντικό είπε πως ήταν ένας σαραντατετράχρονος καθηγητής αεροβικής. Έβαλε λέει, ένα μετανάστη να του κοπανήσει ένα βαράκι στο κεφάλι. Αλλά τελικά, δεν πέθανε από αυτό. Το κεφάλι του δεν έσπασε. Έπαθε όμως καρδιακή προσβολή. Τον βρήκαν στο γυμναστήριο. Φορούσε ένα κολλάν λίκρα μοναχά. Η κηδεία του θα γινόταν σε κλειστό οικογενειακό κύκλο. Καλύτερα για μένα. Δεν άντεχα τις μύκσες του όχλου, τα σάλια και τις υστερικές κραυγές τους. Εγώ και άλλοι τρεις μαλάκες θα κουβαλούσαμε το φέρετρο. Οι άλλοι τρεις ήταν τα τρίδυμα αδέλφια του πτώματος. Έπρεπε να γυαλίσω τα μοκασίνια μου, ήταν μέσα στα χώματα. Σβήνοντας το τσιγάρο μου σκέφτηκα πως ίσως δεν κσαναχέσω ποτέ. Ήμουν πολύ χλωμός. Εδώ που τα λέμε τα χάλια μου είχα. Το μαύρο κοστούμι έπλεε πάνω μου. Φορούσα δύο σώβρακα για να έχω την αίσθηση κώλου. Πήρα πολλά ναρκωτικά τα τελευταία εικοσιτετράωρα. Προχτές σφίχτηκα τόσο πολύ για να χέσω που έσπασαν κάμποσα αγγεία από το αριστερό μου μάτι. Τίποτα. Για γαμήσια ούτε λόγος. Ο πούτσος μου είχε μαραθεί σα γαρδένια μέσα γενάρη. Κάπχοια απογέματα με γαργαλάει λίγο στη θέα της γκόμενας του αφεντικού. Χτες το βράδυ στο νεκροτομείο, και καθώς ήμουν μόνος με τα κατεπσυγμένα, έχωσα στον πολύπαθο κώλο μου μια συσκευασία αποκσηραμένα δαμάσκηνα. Πριν δύο χρόνια είχα χώσει μια συσκευασία από αποκσηραμένα σύκα και είχε κάνει δουλειά. Περίμενα ανάλογα αποτελέσματα, μα στην πραγματικότητα ήμουν βέβαιος πως δε θα γινόταν τίποτα με την περίπτωσή μου. Κσαναμπήκα στη νεκροφόρα. Το ραδιόφωνο έπαιζε μποκομόλετς. Καλή φάση. Καθώς προσπαθούσα να παρκάρω μπροστά στο γραφείο, άνοικσε η μύτη μου. Το λευκό πουκάμισο έγινε πουά. Σκατά. Το αφεντικό θα με διαλόστελνε. Ευτυχώς έλειπε. Φόρτωσαμε με τον Φακλάνα το φέρετρο στο αμάκσι. Έβαλα μπρος για το νεκροταφείο. Στην είσοδο με περίμεναν περίλυποι οι τρίδυμοι. Έκατσα πίσω αριστερά. Άρχισα να ιδρώνω. Ήταν πολύ βαρύς ο καθηγητής αεροβικής. Το γαμημένο το παντελόνι μου έπεφτε. Είχα κσεχάσει να φορέσω ζώνη. Ο δρόμος μέχρι το λάκκο μου φαινόταν ατελείωτος. Η μύτη μου κσανάνοικσε. Κατάπινα αίμα και ιδρώτα. Οι υπόλοιποι βυθιζμένοι στο λίκρα πένθος τους δε μου έδιναν καμιά σημασία. Και κσαφνικά το ένιωσα, κινούταν. Το χοντρό μου έντερο συσπόταν. Τελικά τα δαμάσκηνα έκαναν τη δουλειά τους. Δάκρυα χαράς ανέβηκαν στα πρηζμένα μάτχια μου. Λογικά θα πρέπει να είχα κιτρινίσει γιατί ο διπλανός μου τρίδυμος με ρώτησε αν ήμουν καλά. Του έγνεπσα καταφατικά και πήρα μια βαθχιά ανάσα καθώς ο λάκκος όλο και σίμωνε. Πρέπει να τα καταφέρεις, σκεφτόμουν. Φτάνουμε. Σφιγγόμουν και σφιγγόμουν. Τότε λογικά πρέπει να έσπασαν μερικά αγγεία και απ' το δεκσί μου μάτι. Απείχαμε μερικές δρασκελιές απ΄το λάκκο. Κρατήσου λίγο ακόμη, μονολόγησα. Μα την ένιωθα γιγάντια και λυγερή να γλιστράει εκσωφρενικά γοργά απ' το έντερό μου. Ζαλιζόμουν και κσέσπασα σε λυγμούς. Ποτέ μην εμπιστεύεσαι μια καταπιεζμένη κουράδα μου ΄χε εκσομολογηθεί το ΄86 ο παππούς μου. Κατεβαίνει. Κατεβαίνει. Χέστηκα! Χέστηκα! Ούρλιακσα, τραβώντας απότομα τον οικογενειακό κύκλο από το λίκρα πένθος. Ένιωθα το σώμα μου να αιωρείται. Δεν κσέρω πως βρέθηκε εκείνη η κοτρώνα μπροστά στο μοκασίνι μου. Σκόνταπσα. Ήμαστε δίπλα στο λάκκο. Το φέρετρο αναποδογύρισε. Ο καθηγητής αεροβικής, σα να εκτελούσε ακόμη μιά άσκηση του προγράμματός του, εκτινάχθηκε μέσα στο φρεσκοσκαμμένο λάκκο. Και μείναν όλοι αποσβολωμένοι να κοιτάν το λίκρα κολλάν. Εγώ, πλακωμένος από ένα βουνό σκατά, το οποίο -ευτυχώς- συγκρατούταν από τα δυό μου σώβρακα, εκσακολουθούσα να πσιθυρίζω χέστηκα! χέστηκα! Με αυτόν τον τρόπο καταπολέμησα, αγαπημένοι μου ακροατές, το πρόβλημα της χρόνιας δυκοιλιότητας. Καλό κσημέρωμα. Έβαλε ένα κομμάτι των μποκομόλετς, έφτιακσε τη φράντζα του και βγήκε στο δρόμο. Σταμάτησε το πρώτο ελεύθερο τακσί που βρήκε και γύρισε σπίτι.
Δευτέρα 23 Απριλίου 2012
gloria, la muerta
Εκείνη την περίοδο μαζευόμαστε στην υπόγα του κώστα του μιζέργια. Κάθε δευτέρα και πέμπτη. στις 7 το απόγεμα και χτυπούσαμε τα νεανικά μας κεφάλια στον τοίχο του σαλονιού του. Για 3 ώρες κάθε δευτέρα και τετάρτη. Όχι, κάθε δευτέρα και πέμπτη. Στις 7. Θυμάμαι πως το ζγουρό κεφάλι της μάρτζορι μάτωνε πάντα πρώτο. Τότε βάζαμε στο πικάπ γελ-ο-γελ και συνεχίζαμε οι υπόλοιποι. Η μάρτζορι σκούπιζε προσεκτικά το αίμα ανάμεσα από τα φρύδια της και ετοίμαζε λεμονάδες για όλους. Όλοι ήμαστε ερωτευμένοι με τη μάρτζορι. Εκείνη ήταν μονάχα με τον εαυτό της. Τη βλέπω ακόμη τη μάρτζορι. Έχει ένα σημάδι ανάμεσα στα πυκνά της φρύδια και παραμένει ερωτευμένη με 'κείνη. Όταν ο μιζέργιας κλείστηκε στο άγιο όρος, αρχίσαμε να μαζευόμαστε στο νεοκλασσικό του παύλου του σαντινίστα πίσω από το λόφο. Ήταν θαύμα ο λευκός φωτεινός του τοίχος. Σε μικρό χρονικό διάστημα γέμισε αιμάτινα σχήματα. Ο μάκης κάβλωνε με τον τοίχο και όταν εμείς πίναμε τις λεμονάδες στο κουζινάκι, εκείνος έχυνε πάνω στον τοίχο σε μια στυγερή αναμέτρηση αίματος- σπέρματος. Το αίμα πάντα νικούσε. Ο τοίχος του νεοκλασσικού παραμένει ως είχε. Το στραγγιστήρι των χαμένων χυμών μας. Χρόνια μετά στη σκέπση του κσεραμένου αίματος στο οικιακό τσιμέντο, κσερνούσα πάνω στα σεντόνια του κρεβατχιού μου. Τα πλένω στο χέρι και φεύγουν οι λεκέδες. Οι άλλοι σταμάτησαν να κοπανάνε τα κεφάλια τους στον τοίχο του παύλου. Σε κανέναν τοίχο δε χύνουν πχια τα μυαλά τους. Εγώ συνεχίζω. Ο γιατρός είπε πως αν συνεχίσω θα το φάω το κεφάλι μου. Σε αυτό ελπίζω χρόνια τώρα, αλλά το μόνο που 'χω καταφέρει είναι μια ανεπαίσθητη βραδύτητα στην ομιλία. Βομβαρδίζομαι με σκέπσεις μα τις κσεδιπλώνω αργά και βασανιστικά, όπως η θεία μου η χαρίκλεια το φύλλο της κορτσόπιτας στον εβένινο πάγκο της κουζίνας της. Δεν έχω παρέες. Κάνω βόλτες με τη σκιά μου κάπχοια απογέματα. Μου λείπουν οι φίλοι μου. Τα βράδια κοιμάμαι πιπιλώντας τον αντίχειρά μου. Μισώ τους συνανθρώπους μου και δεν ανακυκλώνω. Μου αρέσει να χώνω γροθιές στο στομάχι μου πριν κάνω μπάνιο. Είμαι πολύ στενοχωρημένος. Έχω αυτού του τύπου τη στενοχώργια που σε κάνει να περπατάς ανάμεσα στα αυτοκίνητα και να μη βλέπεις τα φώτα τους. Που κάθεσαι στα σκαλιά της πολυκατοικίας και παρατηρείς μια πατημένη κουράδα για ώρες. Και δε γελάς καθόλου άμα κάπχοιος τηνε πατήσει. Που ανάβεις ένα τσιγάρο/ ανοίγεις μια μπύρα και θέλεις να κσεράσεις. Που βλέπεις τη ματαιότητα να σου γνέφει μέσα στο αγαπημένο σου φαί. Ίσως πάρω τηλέφωνο τη μάρτζορι, ίσως αυτή να 'ναι πχιο στενοχωρημένη από 'μένα. Ναι, αυτό θα κάνω θα τηλεφωνήσω στη μάρτζορι, έστω κι αν είναι λιγότερο στενοχωρημένη από 'μένα.Μα, είτε είναι/ είτε δεν είναι πχιο στενοχωρημένη από μένα δεν μπορώ να της τηλεφωνήσω, γιατί δεν έχω τηλέφωνο. Δεν έχω και φωνή. Και το βασικότερο όλων δεν έχω σώμα. Δεν έχω ιδέα πόσο καιρό είμαι στριμωγμένος σε αυτό το συρτάρι. Κσέρω πως είναι κρύο μα δεν κρυώνω. Δε θυμάμαι πως έφτασα ως εδώ. Αποφάσισα όμως να φύγω. Δε θα 'ταν άσχημη μια εκδρομή στη θάλασσα τώρα που άνοικσε ο καιρός. Πριν με φέρουν εδώ δεν πήγαινα εκδρομές. Μόνο εκείνη τη φορά με την μάρτζορι στη Λούτσα. Τότε που προσπάθησα να τη φιλήσω κάτω από μια φτελιά και κείνη μου τράβηκσε τ' αφτί. Έχει νεκρική σιωπή εδώ μέσα. Θα μετουσιωθώ σε τσουλήθρα για να 'χω το κεφάλι μου ήσυχο.
Παρασκευή 6 Απριλίου 2012
Γκούλαγκ
αυτό είναι για σένα.
εγώ ήθελα σήμερα να σου κρατάω σφικτά το χέρι/ να σου βαστάω τον ώμο. δεν κσέρω γαμώτο τι κάνουν σε αυτές τις περιπτώσεις. θα ήθελα όμως να είμαι κάπου εκεί και μέσα από τα μαύρα μου γυαλιά να σου κλείνω το μάτι και μονάχα εσύ να το κσέρεις. σιχτιρίζω πολλάκις τα χιλιόμετρα που με εμποδίζουν να ρθω κάτω από το σπίτι σου μ' ένα καφάσι μπύρες. να πίνουμε ως το πρωί και να γίνουμε σκατά. κι άμα γουστάρουμε να κσεράσουμε κιόλας στα σκαλιά της απέναντι πολυκατοικίας. και στο λάιβ στις εικοσιτρείς του μάρτη, καθώς μοίραζα μπύρες σκεφτόμουν πως ερχόσουν με το παπί σου και μ' άρπαζες και χωνόμαστε στο αν και χοροπηδούσαμε για πάντα. η φωνή σου ήταν σφηνωμένη στο αυτί μου όλο το βράδυ και μου λεγες ιστορίες για τους γκούλαγκ και τον αλέκο. να σε πάω αύριο το σαββατόβραδο για πεϊνιρλί στο γιάννη και να φάμε τόσο πολύ που να πονέσουν οι κοιλιές μας. και να γελάς ρε συ. έχεις το πχιο γάργαρο γέλιο όλου του ντουνιά. σου φτιακσα ένα σιντί. δε θέλω να στο ταχυδρομήσω. με τα χέρια μου να στο δώσω. να κλάπσουμε παρέα κάτω από μια νεραντζιά. να μυρίζεις τ' άνθη. να περπατάς για να μυρίζεις τ' άνθη. μην κσεχνάς ν' αναπνέεις. είναι πολύ σημαντικό μου χουν πει. να γελάμε παρέα περιπλανώμενοι δυστυχιζμένοι μακρυά απ' της μάνας μας την αγκαλιά. αλλά εσύ καλύτερα από όλους κσέρεις να κολυμπάς. θα μου μάθεις να κάνω βουτχιές δίχως να κρατώ τη μύτη μου;
ριζωμένη στο γαμημένο διαμέριζμα, διαχτινίζομαι στη ναταλία μελά και σου χαιδεύω τα μαλλιά ώσπου να κοιμηθείς.
Τρίτη 13 Μαρτίου 2012
gloria the exploited
Ο κύριος Σουλφίς εκείνο το κσημέρωμα του μάρτη πάλι κσεπόρτισε. Καθώς άφηνε κσεκλείδωτη την πόρτα του διαμερίσματος φρόντισε να δέσει σφιχτά τα μακριά κορδόνια των αγαπημένων του σνήκερς. Κατέβηκε τρεχάτος τις σκάλες. Καθόλου δεν άρεσε στον κύριο Σουλφίς να περπατά στο πεζοδρόμιο. Όλοι κσέρουν πως τα πεζοδρόμια είναι γεμάτα τσίκλες. Ο κύριος Σουλφίς σιχαινόταν να κολλούν οι τσίκλες στ' αγαπημένα του σνήκερς, γιατί τα είχε αγορασμένα από τη δεκαετία του ογδόντα, πεπεισμένος πως ήταν ο χαμένος δίδυμος αδελφός του ρομπερτ σμιθ. Ο κύριος Σουλφίς συνέλλεγε γόπες από τσιγάρα, τις οποίες έκρυβε στη ζαρντινιέρα της κυρίας Βούλας. Εκείνο το κσημέρωμα ο κύριος Σουλφίς φορούσε το βιετναμέζικο σορτσάκι του. Τα μπουτάκια του πετάγονταν ροζ και ατίθασα. Είχε παιδικά μπουτάκια ο κύριος Σουλφίς. Ήταν πολύ βίαιος εκείνο το κσημέρωμα. Ήθελε να κσεπαστρέπσει όλους τους περαστικούς. Να τους τσακίσει τα λαρύγγια με το φονικό του ράμφος. Ο κύριος Σουλφίς ήταν ένας όμορφος γλάρος. Μιλούσε τέσσερις γλώσσες και είχε αποκτήσει πολλά πτυχία. Θα σκοτώσει σήμερα ο κύριος Σουλφίς. Θα τσακίσει το κίνημα της πατάτας στη ρίζα του. Η υπερακσία της πατάτας θα συνθλιφτεί κάτω από τη φτερούγα του. Η τακσική του θέση προκαλούσε ατακσία στο νεροχύτη του και αυτό έπρεπε να σταματήσει. Το δίχως άλλο έπρεπε να σταματήσει. Ο κύριος Σουλφίς είναι ερωτευμένος με την κυρία Νέζη. Η κυρία Νέζη ποτέ της δεν υπήρκσε γλάρος και αυτό δυσκόλευε πολύ την κατάσταση. Εκείνη δεν άντεχε την υπέροχη πσαρίλα του. Απόπσε όμως θα της μαγείρευε ρώγες τραπεζικών υπαλλήλων με κίτρινο τυρί πασπαλισμένες με τρίχες αυτιών κακορίζικων λαχειοπωλών. Αυτή του η κίνηση θα διασφάλιζε τη μεγαλειώδη είσοδο του ράμφους του στο ζουμερό μουνί της κυρίας Νέζη. Ήταν ο αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος του παιγνιδιού. Έπειτα θα της έδειχνε με την απαιτούμενη σεμνότητα το βραβείο περιπαθούς απρακσίας που είχε κερδίσει το περασμένο καλοκαίρι στο Κιριμπάτι, όπου παραθέριζε. Στη σκέπση τούτη ο κύριος Σουλφίς πετάρισε από χαρά. Λίγες στιγμές αργότερα χοροπηδούσε με τ' αγαπημένα του σνήκερς πάνω στην κοιλιά του δημάρχου της πατάτας. Μετά του άνοικσε το κεφάλι με τα νεράντζια που φύλαγε πάντα για ώρα ανάγκης στις τσέπες του. Το αίμα αυτού του κρετίνου λέρωσε τις γυαλιστερές φτερούγες του κυρίου Σουλφίς. Έτσι πέτακσε στο διαμερισμά του να κάνει ένα γρήγορο ντους, αλλά τον πήρε ο ύπνος στην μπανιέρα με αποτέλεσμα ν' αναβάλλει το δείπνο με την κυρία Νέζη, η οποία του τηλεφώνησε έκσαλλη το ίδιο βράδυ για να του ανακοινώσει πως η μικροαστική τους σχέση διαλύεται. Μια εβδομάδα αργότερα η κυρία Νέζη παντρεύτηκε τον καρχαρία Επαμεινώνδα Τσολάκογλου σε μια σεμνή τελετή στο δημαρχείο της πατάτας. Ο κύριος Σουλφίς δεν κσεπέρασε ποτέ αυτόν το χωρισμό και από τα νεύρα του πλημμύρισε με κόκκινη μπογιά ολόκληρη τη Γιούτα.
Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012
η επέλαση της γκλόριας
κοιτάζω τη φωτογραφία του παππού μου από το ναυτικό. αυτή που έχει αγκαλιά τη γιαγιά μου. η γιαγιά μου έχει το ίδιο απλανές βλέμμα εκσήντα χρόνια μετά. και τραβάω μαλακία. είμαι κλειζμένος στο μπάνιο τώρα και τραβάω μαλακία. κάθομαι στο πάτωμα. είναι πλαστικό και γκρι. και στηρίζομαι στο πλυντήριο. εκσωγήινη συσκευή. ό,τι σκατίλα του πετάς την καθαρίζει. μια φορά όμως που είχα κσεροχύσει στον ύπνο μου και πέτακσα το σώβρακό μου μέσα, δε βγήκε καθαρό. και μετά για δύο μέρες κυκλοφορούσα παρέα με τα χύσια μου. και συνεχίζω να τον παίζω και είναι ζεστά εδώ μέσα. σα να έρχεται το τέλος του κόζμου. είμαι μόνοζ με την παλάμη μου. και ο κόζμος τελειώνει. και οι από κάτω τσακώνονται. και με τα αλβανικά τους γαμωσταβρίδια μου σηκώνεται. και όσο ακούω τον κωλόγερο του δεύτερου να μιλάει στην τηλεόραση χαϊδεύω τ' αρχίδια μου. πχιο γρήγορα. όχι πχιο αργά. πονάει το χέρι μου. πονάει το χέρι μου όταν σκέφτομαι πόσα βράδια δε μ' αναζήτησες. που δε μ' έπσακσες λέω καθώς κάπχοιοι μαχαιρώνονταν. καθώς έμπαινα στο τρόλευ και δε σου έριχνα ματχιά. καθώς ανέπνεα δίπλα σε ένα πσευδό πεντάχρονο που πατούσε το κορδόνι απ' το παπούτσι μου. μουδιάζουν ρε συ κάποτε τα δάχτυλά μου, μα δε σταματώ να τον παίζω. ζεσταίνομαι. συνεχίζω. και καθώς πνίγομαι συνεχίζω. το πλήθος είναι ώρες που με κατασπαράσσει. είμαι πρηζμένος και χοντρός. είμαι κουραζμένος. άυπνος. το πλήθος όμως με τρώει κομμάτι κομμάτι. και κομματιαζμένος όμως παιγαινοφέρνω τον πούτσο μου. θυμάμαι και το συμμαθητή μου το γιώργο που ακούγαμε ντορζ. τότε που νόμιζα πως ο βαλ κίλμερ είναι ο τζιμ μόρισον. ο γιώργος ήταν κουλ. μιλούσαμε και στο τηλέφωνο. καμιά φορά τις παίζαμε άμα ακούγαμε το γκλόρια. ο γιώργος τότε πηδιόταν με μια δέκα χρόνια μεγαλύτερη που 'χε λεφτά και τον έφερνε σχολείο με ένα ασημί αμάκσι. τρία χρόνια μετά το σχολείο ο γιώργος πέθανε σ' ένα ασημί αμάκσι. δεν κρατήθηκα. τον έπαικσα τότε θυμάμαι πάνω από τη χέστρα του πατρικού μου. σκουπίστηκα με το μπουρνούζι της μάναζ μου. το μπάνιο είναι το σπίτι μου. είσαι τόσο απορροφημένος στα χίλια δύο και δεν καταλαβαίνεις πως κολλάνε τα χύσια μου στο γκρι πλαστικό πάτωμα. σε έχω κσυπνήσει πολλά βράδια για να σου πω ότι φοβάμαι. δε μ' άκουσες και πήγα στο μπάνιο και τράβηκσα μια μαλακία. μετά με πήρε ο ύπνος στα χύσια μου απάνω. και κόλλησαν στο πρόσωπό μου. στα μαλλιά μου. και το πρωί όταν πήγα να πάρω τσιγάρα αυτά δεν είχαν φύγει και ο πσιλικαντζής μου κλεισε το μάτι και μένα να πούμε μου κλεισε το στομάχι. και μετά έκλεισα το παντζούρι και έκλεισα γενικώς. και τώρα που νομίζω κοντεύω να χύσω, θα τυλίκσω τον πούτσο μου με το τηλέφωνο της μπανιέρας. δε θα χύσω όμως. γι' αυτό θα τυλίκσω στο λαιμό μου το τηλέφωνο της μπανιέρας καθώς θα κόβω τις φλέβες μου, θα παίζω το παπάρι μου και θα τραγουδάω βαγγέλη παπαθανασίου. πεθαίνω. θα πεθάνω. πέθανα τώρα δα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



